ΧΡΗΣΙΜΑ

Υποκατάσταση ασφαλιστή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου στις διεθνείς ασφαλίσεις πλοίων και φορτίων.

Εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος, από τότε που κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο.

Υποκαθίσταται δηλαδή στη θέση του ασφαλισμένου και μπορεί στο όνομά του, να ασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, αξιώσεις αποζημίωσης για τα ποσά που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του.

Ανεξάρτητα, αν στην συγκεκριμένη ασφάλιση εφαρμοστέο είναι αλλοδαπό δίκαιο, ή ελληνικό, εφαρμόζονται οι παρακάτω αρχές.   

Η απαίτηση μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της και έτσι ο τρίτος μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος και ειδικότερα αυτές που βάλλουν κατά της γέννησης και ύπαρξης της απαίτησης, κατά το χρόνο της υποκατάστασης, όπως και αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή.

Ο τρίτος δεν μπορεί να αντιτάξει ενστάσεις, που πηγάζουν από τη σύμβαση ασφάλισης, γιατί αυτές είναι ενστάσεις που απορρέουν από δικαίωμα τρίτου και γι' αυτό  είναι κατ' αρχήν ανεπίτρεπτες.

Οι ενστάσεις του τρίτου πρέπει να γεννήθηκαν μέχρι την υποκατάσταση του ασφαλιστή. Μετά τον χρόνο αυτό μπορεί ο τρίτος να αντιτάξει μόνον ενστάσεις που έχει κατά του ασφαλιστή εξ ιδίου δικαίου, όπως π.χ. ότι παραγράφηκε η αξίωση, ή που συνάπτονται ευθέως με την ενεργητική νομιμοποίηση του ασφαλιστή, όπως εικονικότητα, ή αισχροκέρδεια.

Ο ασφαλιστής πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει,

α) τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως,

β) την καταβολή του ασφαλίσματος στο ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και

γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε.

Αν ο ασφαλιστής απέκτησε δικαίωμα αποκατάστασης θα κριθεί από το γεγονός ποίος είναι πράγματι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος.

Συνήθως είναι ο συμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος δηλαδή, αλλά δεν είναι πάντα αυτός.

Το ποίος είναι δικαιούχος του ασφαλίσματος, ειδικά στην ασφάλιση φορτίου, θα εξαρτηθεί από τους όρους της πώλησης του φορτίου.

Συνήθως με τους όρους της πώλησης, ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεριμνήσει για την αποστολή του εμπορεύματος στον αγοραστή, καταρτίζοντας προς τούτο τη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης, ασφαλίζοντας το εμπόρευμα για τον κίνδυνο της μεταφοράς, τον οποίον φέρει ο αγοραστής.

Στην περίπτωση αυτή για να αποκατασταθεί ο ασφαλιστής πρέπει την αποζημίωση να την καταβάλει στον αγοραστή, γιατί αυτός είναι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, παρ ότι την ασφάλιση την έκανε ο φορτωτής και εμφανίζεται στην σύμβαση ασφάλισης ως ασφαλισμένος, γιατί στην περίπτωση αυτή  η ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίζει ο πωλητής-φορτωτής αφορά ξένο συμφέρον, δηλαδή του αγοραστή. Αντισυμβαλλόμενος είναι μεν ο πωλητής-φορτωτής, πλην όμως ο ασφαλισμένος είναι ο αγοραστής.

Όταν ο Έλληνας πωλητής-φορτωτής ασφαλίζει το εμπόρευμα για τον κίνδυνο της μεταφοράς του στο εξωτερικό, εκτός αντιθέτου ρήτρας των Incoterms 2010, δικαιούχος του ασφαλίσματος σε περίπτωση ζημίας του εμπορεύματος είναι ο αλλοδαπός αγοραστής και μόνο αυτός, εφ όσον καταβληθεί το ασφάλισμα, έχει το δικαίωμα, άμα και την υποχρέωση, να υποκαταστήσει τον ασφαλιστή στα δικαιώματά του.  

Η υποκατάσταση γίνεται με ένα «Letter of Subrogation». 

Εφαρμοστέο δίκαιο στην θαλάσσια ασφάλιση πλοίου και φορτίου.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 25 εδαφ. α ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν. Το αυτό ισχύει και με τις ρυθμίσεις αλλοδαπών δικαίων και διεθνών συμβάσεων.

Επομένως, αν τα συμβαλλόμενα μέρη στην σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης θελήσουν να υπαγάγουν την σύμβαση σε αλλοδαπό δίκαιο, οφείλουν να συμπεριλάβουν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο  την ρήτρα υπαγωγής σε αλλοδαπό δίκαιο.  

Ομοίως τα μέρη έχουν το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, λόγω διεθνούς σύμβασης, ως εν προκειμένω είναι η σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης, να συμφωνήσουν σε ποία χώρα θέλουν να αναθέσουν την λύση της διαφοράς τους.

Στην περίπτωση αυτή οφείλουν να συμπεριλάβουν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο  την ρήτρα δικαιοδοσίας.

Επομένως αν τα μέρη συμφώνησαν η θαλάσσια ασφάλιση να υπόκειται στον Αγγλικό νόμο, αλλά η δικαιοδοσία να ανήκει στην Ελλάδα, τότε η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης, ως και των όρων αυτής, θα κριθεί με βάση το αγγλικό δίκαιο, εφ' όσον αυτό διέπει την σύμβαση, και τα ελληνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να εφαρμόσουν το αγγλικό δίκαιο, υπό  το πρίσμα, όμως, ότι θα ελεγχθεί από τα ελληνικά δικαστήρια, εάν οι εφαρμοζόμενες διατάξεις του αλλοδαπού νόμου έρχονται σε αντίθεση, ή όχι, με την ελληνική έννομη τάξη. Σε θετική περίπτωση δεν θα εφαρμοστεί το αλλοδαπό δίκαιο, αλλά το ελληνικό, αυτό που αντιστοιχεί στην συναφθείσα σύμβαση.

Αυτό έχει κατοχυρωθεί με το άρθρο 3 § 1 της Κοινοτικής Σύμβασης της Ρώμης του 1980 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές», πού κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988, με το οποίο θεσπίζεται η απόλυτη ελευθερία των συμβαλλομένων για την επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου.

Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ειδικότερης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, κατά την σύναψη της σύμβασης θαλάσσιας ασφάλισης, αλλά και μεταγενέστερα  με την επίκληση διατάξεων του δικαίου αυτού, ακόμη και σιωπηρά με το να μην αντιλέγει κανένα μέρος σε μια τέτοια επίκληση.

Επομένως είναι δυνατό να περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που συνάπτεται στην Ελλάδα, οι έντυποι όροι εκ των προτέρων διατυπωμένοι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, όπως π.χ. αυτοί του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου.

Οι γενικοί αυτοί όροι έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία, με τους ειδικούς όρους και το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου, είναι δε υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης, γιατί  θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής.

Οι όροι αυτοί, οι οποίοι έχουν το χαρακτήρα γενικών όρων, πρέπει να επισημανθούν κατά τρόπο ρητό από την ασφαλιστική εταιρεία που αντιμετωπίζεται ως «προμηθευτής» προς τον ασφαλισμένο, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως «καταναλωτής» κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης. Ρητή επισήμανση σημαίνει ρητή παραπομπή σε αυτούς και όχι παράθεση και ανάλυση του κειμένου των όρων συναλλαγής στην ασφαλιστική σύμβαση.

Έτσι, ο ασφαλιστής πρέπει να εξασφαλίσει στον ασφαλιζόμενο την δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους, ο δε ασφαλισμένος να λάβει γνώση αυτών και αυτό επιτυγχάνεται με την διατύπωση του συνόλου των όρων (γενικών και ειδικών) του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην ίδια γλώσσα και κατά προτίμηση σε γλώσσα την οποία γνωρίζει ο ασφαλισμένος.

 

Η υποχρέωση αυτή του ασφαλιστή απορρέει από την αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Εξαίρεση από ραδιενεργό μόλυνση, χημικά, βιολογικά, βιοχημικά, ηλεκτρομαγνητικά όπλα.

Η ρήτρα INSTITUTE RADIOACTIVE CONTAMINATION CHEMICAL BIOLOGICAL BΕIO-CHEMICAL AND ELECTROMAGNETIC SEAPONS EXCLUSION CLAUSE είναι υψίστης σημασίας και προέχει οποιωνδήποτε στοιχείων που περιέχονται στην ασφάλιση και δεν συνάδουν με αυτή.

Η ασφάλιση δεν καλύπτει ζημία, ή δαπάνη, που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα, ή, που προκλήθηκε ή συντελέστηκε από

α) ιοντίζουσες ακτινοβολίες, ή μόλυνση από ραδιενέργεια, από οποιοδήποτε πυρηνικό καύσιμο, ή από οποιαδήποτε πυρηνικά απόβλητα

β) από την καύση πυρηνικών καυσίμων ραδιενεργών, τοξικά, εκρηκτικά, ή άλλα επικίνδυνα, ή μολυσματικά χαρακτηριστικά ιόντων πυρηνικών εγκαταστάσεων, αντιδραστήρων, ή άλλων πυρηνικών συστημάτων, ή πυρηνικών συστατικών,

γ) όπλα, ή συσκευές, που χρησιμοποιούν ατομική ή πυρηνική σχάση, ή/και σύντηξη, ή άλλη παρεμφερή αντίδραση, ή ραδιενεργή ισχύ

δ) ύλη ραδιενεργών, τοξικών, εκρηκτικών, ή άλλα επικίνδυνα ή μολυσματικά χαρακτηριστικά πυρηνικών υλών.

Η εξαίρεση του εδαφίου (δ) δεν εκτείνεται στα ραδιενεργά ισότοπα, πέραν των πυρηνικών καυσίμων, εφόσον τα ισότοπα αυτά προετοιμάζονται, μεταφέρονται, αποθηκεύονται, ή χρησιμοποιούνται για εμπορικούς, γεωργικούς, ιατρικούς, επιστημονικούς ή άλλους συναφείς σκοπούς οποιαδήποτε χημικά, βιολογικά, βιοχημικά, ή ηλεκτρομαγνητικά όπλα.

Σφράγιση εμπορευματοκιβωτίου (CONTAINER SEAL CLAUSE).  

Η ρήτρα CONTAINER SEAL προβλέπει ότι σε περίπτωση που τα εμπορεύματα στοιβάχθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο από ή εκ μέρους του ασφαλισμένου, ο ασφαλιστής δεν φέρει καμία ευθύνη για ζημία στα εμπορεύματα 

α) που προκλήθηκε από τον τρόπο με τον οποίο αυτά στοιβάχθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο.

β) που προκλήθηκε από την ακαταλληλότητα προς μεταφορά του εμπορεύματος μέσα σε εμπορευματοκιβώτιο.

γ) που προκλήθηκε από την ακατάλληλη, ή ελαττωματική, κατάσταση του εμπορευματοκιβωτίου, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό παρασχέθηκε από ή για λογαριασμό του ασφαλισμένου.

Η παράγραφος (γ) εφαρμόζεται μόνο, εάν η ακαταλληλότητα, ή ελαττωματική κατάσταση, θα ήταν εμφανής από εύλογη επιθεώρηση του αποστολέα κατά ή πριν το εμπορευματοκιβώτιο γεμίσει.

δ) εάν το εμπορευματοκιβώτιο δεν ήταν σφραγισμένο κατά την έναρξη της μεταφοράς, εκτός εάν είχε συμφωνηθεί να σφραγισθεί από τον μεταφορέα.

 

Εκτός αντιθέτου, σε περίπτωση έλλειψης, ή κλοπής, ή μη παράδοσης των εμπορευμάτων που καλύπτονται, ο ασφαλιστής θα αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο μόνον αν η σφράγιση του εμπορευματοκιβωτίου βρεθεί σπασμένη, ή/και διαλυμένη κατά τη διάρκεια της συνήθους πορείας του ταξιδιού, ή στον τελικό λιμένα προορισμού, εφ όσον μια τέτοια έλλειψη, ή κλοπή, ή μη παράδοση, θα αναφέρεται στην τελωνειακή διασάφηση και/ή θα αναγράφεται στη Β/L, ή θα είχε γίνει αποδεκτή με ειδική επιφύλαξη στην CMR από τον μεταφορέα/οδηγό του μεταφορικού μέσου.

Ακύρωση ασφάλισης κατά κινδύνων πολέμου (INSTITUTE WAR CANCELLATION CLAUSES).

Σύμφωνα με την ρήτρα INSTITUTE WAR CANCELLATION CLAUSES η κάλυψη κατά κινδύνων πολέμου μπορεί να ακυρωθεί, είτε από τον ασφαλιστή, ή από τον ασφαλισμένο, εκτός αν αφορά οποιοδήποτε ασφάλιση, που έχει συναφθεί σύμφωνα με τους όρους της ασφάλισης κατά κινδύνων πολέμου, πριν καταστεί ενεργός η ακύρωση. Ωστόσο η ακύρωση παράγει αποτελέσματα μόνον από την παρέλευση 7 ημερών από τα μεσάνυχτα της ημέρας κατά την οποία ειδοποίηση της ακύρωσης επιδόθηκε από ή προς τους ασφαλιστές.

Ρήτρα φορτίου κατά κινδύνων πολέμου (INSTITUTE WAR CLAUSES).

Η ρήτρα INSTITUTE WAR CLAUSES καλύπτει (εκτός από τις περιπτώσεις που εξαιρούνται με την ρήτρα εξαιρέσεων της Clause A) ζημία στο ασφαλισμένο αντικείμενο, που προκαλείται από τον πόλεμο, εμφύλιο πόλεμο, επανάσταση, εξέγερση,  στάση, ή εμφύλιας σύγκρουσης που απορρέει από αυτές, ή οποιαδήποτε εχθρική πράξη από ή κατά εμπόλεμης δύναμης, σύλληψη, κατάσχεση, συγκράτηση  σύλληψη, ή φυλάκιση, που προκύπτουν από τους παραπάνω κινδύνους και των συνεπειών τους, ή οποιασδήποτε απόπειρας τέτοιων ενεργειών, εγκαταλελειμμένες βόμβες, τορπίλες, ή άλλα εγκαταλελειμμένα οπλικά συστήματα. 

Ακύρωση ασφάλισης φορτίου κατά κινδύνων απεργιών.

Σύμφωνα με την ρήτρα INSTITUTE STRIKES CANCELLATION CLAUSES κατά παρέκκλιση οποιοσδήποτε περί του αντιθέτου διατάξεως, η οποία τη στιγμή αυτή υφίσταται στο παρόν έγγραφο, ή θα προστεθεί μεταγενέστερα σε αυτό, καθίσταται αντιληπτό και συμφωνείται, ότι εάν η παρούσα σύμβαση προβλέπει ότι οι κίνδυνοι απεργιών, καθώς και οι κίνδυνοι στάσεων και λαϊκών αναταραχών, είναι δυνατόν να εκχωρηθούν βάσει του παρόντος, τότε η κάλυψη η οποία παρέχεται δια της παρούσης, αναφορικά με τους τοιούτους κινδύνους απεργιών, καθώς και τους κινδύνους στάσεων και λαϊκών αναταραχών, θα υπόκειται σε όρους και διατάξεις οι οποίες δεν θα είναι ευρύτερες από αυτές των σχετικών Ρητρών Απεργιών, οι οποίες τιτλοφορούνται «London Institute Strikes Clauses» και ισχύουν κατά την έναρξη της καλύψεως του εκχωρούμενου κινδύνου βάσει του παρόντος, ή οι οποίες ισχύουν κατά την πλέον μεταγενέστερη μεταξύ των κάτωθι δύο ημερομηνιών, δηλαδή μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως, ή της πλέον πρόσφατης ημερομηνίας επετείου της παρούσης συμβάσεως/συμφωνίας.

Η αποδοχή των κινδύνων απεργιών, καθώς και των κινδύνων στάσεων και λαϊκών αναταραχών, βάσει της παρούσης συμβάσεως/συμφωνίας, κατά πάντα χρόνο, υπόκειται σε γνωστοποίηση ακυρώσεως με προθεσμία επτά ημερών, είτε εκ μέρους του ενός είτε, του άλλου συμβαλλομένου.

Η τοιαύτη προθεσμία ισχύος της γνωστοποιήσεως θα αρχίζει το αργότερο πέντε ημέρες από της ημερομηνίας της γνωστοποιήσεως, η οποία δόθηκε από τους ασφαλιστές.

Ο ασφαλιστής συμφωνεί όμως να επαναφέρει σε ισχύ την παρούσα ασφάλιση, επιφυλασσόμενης της συνάψεως συμφωνίας μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, προ της παρόδου της προθεσμίας της τοιαύτης γνωστοποιήσεως ακυρώσεως, σχετικά με νέες τιμές και/ή νέα ασφάλιστρα και/ή νέους όρους και/ή νέες διαβεβαιώσεις (εγγυήσεις).

Ασφάλιση φορτίου κατά κινδύνου απεργιών (INSTITUTE STRIKES CLAUSES).

Η ασφάλιση αυτή καλύπτει (εκτός από τις περιπτώσεις που εξαιρούνται με την ρήτρα εξαιρέσεων της Clause A) ζημία στο ασφαλισμένο αντικείμενο, που προκαλείται, από απεργούς, ανταπεργούς, ή από τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε εργατικές αναταραχές, εξεγέρσεις, κοινωνικές κινητοποιήσεις, από τρομοκρατικές πράξεις οποιουδήποτε προσώπου ενεργεί για λογαριασμό του, ή σε σχέση με οποιαδήποτε οργάνωση που διεξάγει δραστηριότητες που αποσκοπούν στην ανατροπή, ή επηρεάζουν με τη βία, οποιασδήποτε κυβέρνηση νομίμως, ή όχι, συσταθείσα, από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί από πολιτικό, ιδεολογικό, ή θρησκευτικό κίνητρο.

Ασφάλιση φορτίου με ρήτρα B (INSTITUTE GARGO CLAUSES (B).

Η ασφάλιση του φορτίου με ρήτρα καλύπτει, ότι καλύπτεται με την ρήτρα C και επιπρόσθετα καλύπτει τους εξής κινδύνους.

1. Σεισμό, ή έκρηξη ηφαιστείου, ή κεραυνό

2. Παράσυρση του εμπορεύματος από τα κύματα

3. Εισροή θαλάσσιου, ή γλυκού, νερού στο μεταφορικό μέσο, ή στο εμπορευματοκιβώτιο, ή στον αποθηκευτικό χώρο, εξαιρουμένης της βροχής

4. Ολική απώλεια του φορτίου κατά τη διάρκεια της φορτοεκφόρτωσης

Ασφάλιση φορτίου με ρήτρα C. (INSTITUTE GARGO CLAUSES (C).

Η ασφάλιση του φορτίου με ρήτρα C καλύπτει τους εξής κινδύνους

1. Πυρκαγιά, ή έκρηξη 

2. Ατύχημα του μεταφορικού μέσου

3. Προσάραξη, βύθιση, ή ανατροπή πλοίου

4. Σύγκρουση, ή επαφή, του πλοίου με εξωτερικό αντικείμενο (εκτός του νερού)

5. Αναγκαστική εκφόρτωση του εμπορεύματος σε λιμάνι κινδύνου ή καταφυγής

6.  Ηθελημένη ρίψη φορτίου στη θάλασσα,

7. Θυσία γενικής αβαρίας

8. Εξοδα γενικής αβαρίας και σώστρων

9. Αναλογική αποζημίωση λόγω σύγκρουσης πλοίων

Ασφάλιση φορτίου με ρήτρα Α (INSTITUTE GARGO CLAUSES (A) All Ricks.

Η ασφάλιση του φορτίου καλύπτει όλους τους κινδύνους ζημίας (βλάβης, ή απώλειας) (All Risks) του φορτίου,  που δεν εξαιρούνται.  

1. Εξαιρούνται οι παρακάτω περιπτώσεις, που δεν καλύπτονται

α. Απώλεια, ζημία, ή έξοδα, που αναλογεί σε ηθελημένη κακή διαχείριση του ασφαλισμένου.

β. συνήθεις διαρροές, απώλεια βάρους, ή όγκου, ή συνήθη φθορά του αντικειμένου ασφάλισης.

γ. απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από ανεπάρκεια, ή ακαταλληλότητα συσκευασίας, ή προετοιμασία του αντικειμένου ασφάλισης να αντέχει στα συνήθη επεισόδια της μεταφοράς, εφ όσον η συσκευασία διενεργείται από τον ασφαλισμένο, ή τους υπαλλήλους του, ή πριν από την έναρξη της εν λόγω ασφάλισης (για τον σκοπό της ενημέρωσης "η συσκευασία" πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει την στοιβασία σε εμπορευματοκιβώτιο, ή σε άλλο μέσο μεταφοράς, και το «υπάλληλοι» δεν περιλαμβάνει ανεξάρτητους εργολάβους).

δ. απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από εγγενές ελάττωμα,  ή από την φύση του αντικειμένου ασφάλισης.

ε. απώλεια, ζημία, ή δαπάνη, που προκλήθηκε από την καθυστέρηση, παρ όλο που η καθυστέρηση προκαλείται από ένα ασφαλιζόμενο κίνδυνο.

στ. απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από αφερεγγυότητα, ή  οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης από τους ιδιοκτήτες, διαχειριστές ναυλωτές, ή διαχειριστές του σκάφους, όταν κατά τη στιγμή της φόρτωσης του αντικειμένου της ασφάλισης στο πλοίο, ο ασφαλισμένος ήταν ενήμερος, ή κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών θα έπρεπε να γνωρίζει, ότι η εν λόγω αφερεγγυότητα, ή οικονομική δυσπραγία, θα μπορούσε να εμποδίσει την κανονική εκτέλεση του ταξιδιού. Η εξαίρεση δεν ισχύει, όταν η ασφαλιστική σύμβαση έχει υπογραφεί από το μέρος εκείνο, που έχει αγοράσει, ή συμφώνησε να αγοράσει, το αντικείμενο ασφάλισης με καλή πίστη στο πλαίσιο μιας δεσμευτικής σύμβασης.

ζ. απώλεια, ζημία, ή έξοδα, που προκύπτουν από την έλλειψη, ή την άρνηση, εργασίας κάθε είδους, που μπορεί να προκύψει από οποιαδήποτε απεργία, ανταπεργία, διαταραχή εργασίας, ταραχές ή πολιτική αναταραχή.

η. κάθε απαίτηση, που βασίζεται σε  απώλεια, ή ματαίωση του πλου, ή της περιπέτειας.

θ. απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα, ή που προκύπτει από τη χρήση όπλων, ή συσκευών, που χρησιμοποιούν ατομική ή πυρηνική σχάση ή/και σύντηξη, ή άλλη παρεμφερή αντίδραση, ή ραδιενεργή ισχύ ή ύλη.

ι. απώλεια, ζημία, ή δαπάνη, που προκαλείται από εμφύλιο πόλεμο επανάσταση, εξέγερση, στάση ή εμφύλιες συγκρούσεις, που απορρέουν από αυτές, ή οποιασδήποτε εχθρική πράξη, προερχόμενη, ή στρεφόμενη, κατά εμπόλεμης δύναμης.

ια. Σε καμία περίπτωση αυτή η ασφάλιση καλύπτει απώλεια, ζημία ή έξοδα, που προκύπτουν από αναξιοπλοία του πλοίου, ή σκάφους, ή ακαταλληλότητα του πλοίου, ή του σκάφους για την ασφαλή μεταφορά του αντικειμένου ασφάλισης, όταν ο ασφαλισμένος είναι γνώστης αυτής της αναξιοπλοίας, ή ανικανότητας, τη στιγμή που το ασφαλισμένο αντικείμενο έχει φορτωθεί στο πλοίο.

ιβ. ακαταλληλότητας του εμπορευματοκιβωτίου για την ασφαλή μεταφορά του αντικειμένου ασφάλισης, όταν η φόρτωση σ 'αυτό, ή επ αυτό, διεξάγεται πριν από την σύναψη της ασφάλισης, ή υπό του ασφαλισμένου, ή των υπαλλήλων του, που είναι γνώστες της ακαταλληλότητας κατά τη στιγμή της φόρτωσης.

Ο ανωτέρω αποκλεισμός, δεν εφαρμόζεται, όταν η ασφαλιστική σύμβαση έχει υπογραφεί από το μέρος που απαιτεί, το οποίο έχει αγοράσει, ή συμφώνησε να αγοράσει, το αντικείμενο ασφάλισης με καλή πίστη στο πλαίσιο μιας δεσμευτικής σύμβασης.

2.  Περιλαμβάνει σχεδόν πάντα τους  εξής όρους (ρήτρες)

α. ΡΗΤΡΑ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ο ασφαλιστής αποποιείται οποιαδήποτε αθέτησης των σιωπηρών εγγυήσεων αξιοπλοοίας του πλοίου και της καταλληλότητας του πλοίου για τη μεταφορά του αντικειμένου ασφάλισης στον προορισμό του.

β.  Ρητρα γενικης αβαριας

Ο ασφαλιστής εγγυάται ότι η ασφάλιση καλύπτει έξοδα γενικής αβαρίας και διασώσεως καθοριζόμενα, ή προσδιοριζόμενα, σύμφωνα με την σύμβαση ναυλώσεως και/ή το διέπον δίκαιο και έθιμα, που γίνονται προς την αποτροπή, ή εν σχέσει προς την αποτροπή απώλειας, εξ οιασδήποτε αιτίας, πλην των εξαιρουμένων στην ρήτρα εξαιρέσεων, ή αλλού της ασφάλισης.

γ.  ΡΗΤΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ 

1.Η ασφάλιση αρχίζει από τη στιγμή που το αντικείμενο της ασφάλισης μετακινείται αρχικά από την αποθήκη, ή τον τόπο αποθήκευσης (στη θέση που κατονομάζεται στην σύμβαση) για το σκοπό της άμεσης φόρτωσης εντός ή επί του οχήματος μεταφοράς, ή άλλου μέσου μεταφοράς, για την έναρξη της διαμετακόμισης, εξακολουθεί δε κατά τη συνήθη πορεία της διαμετακόμισης και καταλήγει

α. είτε, με την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης από το όχημα μεταφοράς, ή άλλο μέσο μεταφοράς, στην τελική αποθήκη, ή άλλη αποθήκη, ή στον ονομασμένο τόπο  αποθήκευσης, ή στον τόπο προορισμού, σύμφωνα με την σύμβαση ασφάλισης

β. είτε στον τόπο τον οποίο ο ασφαλισμένος, ή οι υπαλλήλου του, επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν για αποθήκευση, διαφορετική  από τη συνήθη πορεία της μεταφοράς, ή για διανομή,

ή, όταν ο ασφαλισμένος, ή οι υπάλληλοί του, επιλέξουν να χρησιμοποιήσουν  οποιοδήποτε όχημα μεταφοράς ή άλλο μέσο μεταφοράς ή οποιοδήποτε εμπορευματοκιβώτιο για αποθήκευση διαφορετικό από τη συνήθη πορεία της μεταφοράς,

γ. με την λήξη 60 ημερών μετά την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης του αντικειμένου ασφάλισης δίπλα από το πλοίο στο τελικό λιμάνι εκφόρτωσης,

όποιο συμβεί πρώτο.

2.Εάν, μετά την εκφόρτωση δίπλα από το πλοίο στο τελικό λιμάνι εκφόρτωσης, αλλά πριν από τη λήξη της ασφάλισης, το αντικείμενο ασφάλισης πρέπει να προωθηθεί σε έναν προορισμό άλλο από εκείνο στο οποίο είναι ασφαλισμένο, η ασφάλιση,  ενώ παραμένει να υπόκειται σε λήξη, δεν εκτείνεται πέραν του χρόνου κατά τον οποίον το αντικείμενο ασφάλισης μετακινήθηκε για τον σκοπό  έναρξης της μεταφοράς στον άλλο προορισμό.

3.Η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ κατά την καθυστέρηση παράδοσης πέραν ​​από τον έλεγχο του ασφαλισμένου, σε οποιαδήποτε απόκλιση, αναγκαστική εκφόρτωση, επαναφόρτωση, ή μεταφόρτωση και κατά τη διάρκεια κάθε μεταβολής της περιπέτειας, που προκύπτει από την άσκηση της ελευθερίας που χορηγείται σε μεταφορείς σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς.

δ.  ΡΗΤΡΑ ΛΗΞΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Εάν, λόγω περιστάσεων πέραν ​​από τον έλεγχο του ασφαλισμένου, είτε η σύμβαση μεταφοράς τερματισθεί σε λιμένα ή τόπο διαφορετικό από τον τόπο προορισμού που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο, ή η μεταφορά τερματισθεί με άλλον τρόπο πριν από την εκφόρτωση του φορτίου, τότε η ασφάλιση λήγει, εκτός εάν έγκαιρη προειδοποίηση δοθεί στους ασφαλιστές και συνέχιση της κάλυψης ζητηθεί, οπότε η ασφάλιση αυτή θα παραμείνει σε ισχύ, υποκείμενη σε πρόσθετο ασφάλιστρο, αν απαιτηθεί από τους ασφαλιστές,

είτε, έως ότου το φορτίο πωληθεί και παραδοθεί σε τέτοιο λιμένα ή τόπο, ή, εκτός αν ειδικά συμφωνηθεί, μέχρι τη λήξη 60 ημερών μετά την άφιξη του φορτίου στο εν λόγω λιμένα ή τόπο,

οποιοδήποτε από τα δύο συμβεί πρώτο,

ή, αν το φορτίο προωθηθεί εντός της προθεσμίας των 60 ημερών (ή οποιοδήποτε παράτασή της συμφωνηθεί) για τον προορισμό που κατονομάζεται στην ασφαλιστική σύμβαση, ή σε οποιονδήποτε άλλο προορισμό, μέχρι να λήξει.

ε.  ΡΗΤΡΑ ΑλλαγήΣ ταξιδιού

Σε περίπτωση που, μετά την έναρξη της ασφάλισης, ο προορισμός αλλάξει από τον ασφαλισμένο, αυτό πρέπει αμέσως να γνωστοποιηθεί στους ασφαλιστές για τέλη και όρους, που θα συμφωνηθούν.

Σε περίπτωση που μια απώλεια συμβεί πριν από την επίτευξη της εν λόγω συμφωνίας, η κάλυψη ισχύει, αλλά μόνο εάν η κάλυψη ήταν διαθέσιμη σε εύλογο εμπορικό επιτόκιο της αγοράς με λογικούς όρους αγοράς.

Όταν το φορτίο αρχίσει την διαμετακόμιση, που προβλέπεται από την ασφάλιση, αλλά, χωρίς τη γνώση του ασφαλισμένου, ή των υπαλλήλων του, το πλοίο πλεύσει για άλλο προορισμό, η ασφάλεια θεωρείται ότι έχει ισχύ από την έναρξη της μεταφοράς.

στ. ΡΗΤΡΑ εκδηλωσης ΑσφαλιστΕοΥ ενδιαφΕρονΤΟΣ

Για να απαιτήσει αποζημίωση ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει ένα ασφαλιστέο ενδιαφέρον επί του φορτίου κατά τη στιγμή της ζημίας.

Ο ασφαλισμένος δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για ζημίες, που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται από την ασφάλιση, παρά το γεγονός ότι η ζημία συνέβη πριν από την ολοκλήρωση της σύμβαση ασφαλίσεως, εκτός εάν ο ασφαλισμένος ήταν ενήμερος για την απώλεια, ενώ ο ασφαλιστής όχι.

ζ.  Ρητρα δηλωσησ ΑυξημΕνησ τιμΗσ.

Εάν κάποια αυξημένη ασφαλιστική αξία δηλώθηκε για το φορτίο, η συμφωνηθείσα αξία του φορτίου θεωρείται ότι πρέπει να αυξηθεί με το δηλωθέν ποσό και όλη η αυξημένη αξία σε περίπτωση ζημίας πρέπει να είναι σε αναλογία με το ποσό αυτό.  

Ρήτρα δαπανών πλοίου (disbursements clause).

Η ρήτρα disbursements clause καλύπτει τα τρέχοντα έξοδα του πλοίου προ της έναρξης του ταξιδιού, κατά την διάρκεια του ταξιδιού (από τον πλοίαρχο), κατά την παραμονή του πλοίου στον λιμένα (από τον αντιπρόσωπο του πλοιοκτήτη) και τα έξοδα γενικής αβαρίας.  

Είναι συνήθης η warranty «disbursements 10 per cent clause» όπου η ασφάλιση επί των διαφόρων εξόδων του πλοίου δεν δύναται να υπερβεί το 10% της ασφαλισμένης αξίας σκάφους και μηχανής.

Ρήτρα διαδοχικών ζημιών πλοίου (successive losses clauses).

Με την ρήτρα αυτή δεν ευθύνονται οι ασφαλιστές για ζημία, που δεν επισκευάσθηκε και στη συνέχεια ακολούθησε ολική απώλεια, που συνέβηκε κατά το χρονικό διάστημα που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, ή κατά την οιανδήποτε παράταση της ισχύος του.  

Ο ασφαλιστής είναι υπεύθυνος σε αποζημίωση για το ποσόν των επισκευών ή/και για την υποτίμηση που υφίσταται το πλοίο λόγω των ζημιών που δεν επισκευάσθηκαν.

 

Αν το πλοίο βυθισθεί, είτε από καλυπτόμενο κίνδυνο, είτε όχι, πριν γίνουν οι επισκευές και πριν λήξει το ασφαλιστήριο ο ασφαλιστής δεν είναι υπεύθυνος για τις ζημιές που δεν επισκευάσθηκαν, παρά μόνο για ολική απώλεια. 

Ρήτρα γενικής αβαρίας πλοίου  (General Average Clause).

Γενική Αβαρία (General Average Clause) υπάρχει μόνο όταν δημιουργηθούν θυσίες, ή και έκτακτες δαπάνες σε στιγμές κινδύνου εθελοντικά και με εύλογη κρίση με σκοπό τη σωτηρία του πλοίου, του φορτίου και του ναύλου από κοινό θαλάσσιο κίνδυνο.

1.Απαραίτητα στοιχεία για την ύπαρξη της Γενικής Αβαρίας είναι

α. Το πλοίο να ήταν αξιόπλοο κατά την έναρξη του ταξιδίου.

β. Η κοινή περιπέτεια.

γ. Το πλοίο, το φορτίο και ο ναύλος πρέπει να βρίσκονται σε κίνδυνο.

δ. Η θυσία και η δαπάνη πρέπει να είναι έκτακτη και να μην ανάγεται σε αναγκαίες ενέργειες για την εκτέλεση της μεταφοράς.

ε. Η θυσία, ή η δαπάνη, πρέπει να είναι για κοινή σωτηρία ολόκληρης της κοινής περιπέτειας.

στ. Η θυσία, ή η δαπάνη, πρέπει να είναι εθελοντική, δηλαδή πρέπει να είναι αποτέλεσμα σκόπιμης ενέργειας του πλοιάρχου και όχι τυχαίας.

ζ. Το ύψος της θυσίας, ή της δαπάνης, πρέπει να είναι λογικό ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Για την αποκατάσταση, ή και κάλυψη της θυσίας, ή των εξόδων γενικής αβαρίας, συνεισφέρουν τα διακινδυνεύοντα μέρη, (πλοίο, φορτίο, ναύλος κ.λπ.) ανάλογα με την αξία τους στο λιμένα εκφορτώσεως.

2. Τα έξοδα γενικής αβαρίας

Ως έξοδα Γενικής Αβαρίας θεωρούνται.

α. Έξοδα σε λιμένα καταφυγής.

β. Μετακίνηση από τον λιμένα καταφυγής σε άλλον λιμένα καταφυγής.

γ. Οι μισθοί, τροφοδοσία πληρώματος, καταναλωθέντα καύσιμα και προμήθειες από τον ένα λιμένα στον άλλο.

δ. Μετατόπιση, εκφόρτωση, επαναφόρτωση φορτίου, καυσίμων ή προμηθειών στον λιμένα φορτώσεως, ή καταφυγής.

ε. Αποθήκευση, επαναφόρτωση και στοιβασία φορτίου καυσίμων και προμηθειών.

στ. Μισθοί και τροφοδοσία του πληρώματος σε όλη την παράταση του ταξιδιού.

ζ. Οποιοδήποτε έκτακτο έξοδο, που θα πραγματοποιηθεί στη θέση άλλου εξόδου (Substituted Expenses), αλλά μόνο μέχρι του ποσού της δαπάνης που αποφεύχθηκε.

η. Προσωρινές επισκευές (Temρorary Repairs).

θ. Ζημιές στο φορτίο, στα καύσιμα,  ή τις προμήθειες.

ι. Απόρριψη φορτίου στη θάλασσα καθώς και άλλες ζημιές απ' αυτή την ενέργεια.

ια. Ζημία στο πλοίο και στο φορτίο από νερό που ρίπτεται για απόσβεση πυρκαγιάς.

ιβ. Εθελοντική προσάραξη.

ιγ. Ζημία σε λέβητες και μηχανήματα.

ιδ. Αποζημιώσεις ναυαγιαιρέσεων.

 

ιε. Απώλεια ναύλου. 

Ρήτρα αμέλειας πλοίου (Νegligence Clause).

Η ρήτρα αυτή καλύπτει απώλεια, ή ζημία, του ασφαλισμένου πλοίου, που προκαλείται από αμέλεια τρίτων.

Τρίτοι δεν θεωρούνται ο πλοιοκτήτης, ή ο διαχειριστής. Αν ο πλοίαρχος έχει μετοχές στο πλοίο δεν θεωρείται τρίτος.

Βασική προϋπόθεση είναι η ζημία του ασφαλισμένου πλοίου να οφείλεται απ ευθείας σε αμέλεια του πλοιάρχου, πληρώματος, ή πιλότου, ή αμέλεια των επισκευαστών, με τον όρο ότι αυτοί δεν είναι οι ασφαλιζόμενοι και να οφείλεται σε ατυχήματα

1. Κατά τη φόρτωση, ή εκφόρτωση, ή μετατόπιση φορτίου, ή καυσίμων.

2. Εκρήξεις επί, ή εκτός, του ασφαλισμένου πλοίου.

3. Θραύση ατομικών εγκαταστάσεων επί του πλοίου, ή εκτός αυτού.

4. Έκρηξη λεβήτων, ή θραύση αξόνων, ή κρυφό ελάττωμα στο σκάφος, ή στις μηχανές.

5. Επαφή με οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς, που βρίσκεται επί της ξηράς, εξοπλισμού, ή εγκαταστάσεως, ή λιμένος.

6. Σεισμό, ενέργεια ηφαιστείου, ή κεραυνού.

 

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχύ της ρήτρας είναι ότι η οποιαδήποτε ζημία δεν είναι αποτέλεσμα ελλείψεως επιμελείας εκ μέρους του ασφαλισμένου πλοιοκτήτη, ή διαχειριστή. 

Ρήτρα παραβίασης εγγύησης πλοίου (Breach οf Warranty Clause).

Η εγγύηση είναι μια υπόσχεση που δίνει ο ασφαλισμένος με την οποία βεβαιώνει, ή αρνείται, την ύπαρξη μιας καταστάσεως, ή αναλαμβάνει να πράξει, ή να μη πράξει, κάτι.

Οι εγγυήσεις περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο για να εξασφαλίσει ο ασφαλιστής ότι ο κίνδυνος θα παραμείνει σ' όλη τη διάρκεια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπως ακριβώς τον είχε υπ' όψιν του όταν του προτάθηκε να τον καλύψει.

Μερικές καταστάσεις μεγαλώνουν τον κίνδυνο και σε τέτοιες περιπτώσεις επιβάλλεται από τους ασφαλιστές ένα πρόσθετο ασφάλιστρο για να καλυφθεί αυτός ο πρόσθετος κίνδυνος (Breach οf Warranty Clause).

Οι καταστάσεις αυτές συνδέονται με

1.Το φορτίο που μεταφέρεται επί του ασφαλισμένου πλοίου.

2.Το είδος του εμπορίου με το οποίο ασχολείται το ασφαλισμένο πλοίο.

3.Τα γεωγραφικά όρια ναυσιπλοϊας

4.Τη ρυμούλκηση

5.Την ναυαγιαίρεση

 

Παραβίαση των ανωτέρω εγγυήσεων συγχωρείται μόνον όταν δοθεί ειδοποίηση αμέσως στον ασφαλιστή και συμφωνηθεί πρόσθετο ασφάλιστρο.

Ρήτρα συνέχισης κάλυψης πλοίου (Continuation Clause).

Ένα χρονοασφαλιστήριο εκπνέει σε μια προκαθορισμένη ημερομηνία και ώρα, ανεξάρτητα από την κατάσταση, ή, την τοποθεσία του πλοίου.

Η Continuation Clause καταλαμβάνει την περίπτωση συνέχισης της ασφάλισης μέχρι το πλοίο να φθάσει στο λιμάνι προορισμού. Για την εφαρμογή της είναι απαραίτητο να δοθεί από πριν ειδοποίηση στον ασφαλιστή ότι υπάρχει πρόθεση να συνεχισθεί η ασφάλιση.

 

Ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να επικαλεσθεί την Continuation Clause για να συνεχίσει μια ασφάλιση, παρά μόνο όταν το πλοίο βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο λιμένα, ή λιμένα καταφυγής, η δε συνέχιση της ασφαλίσεως δεν γίνεται επί χρονικής βάσεως, αλλά συνεχίζεται μέχρι να φθάσει το πλοίο στον τελικό του προορισμό. 

Ρήτρα ρυμούλκησης πλοίου (Tow and Assist Clause).  

Αρχικά δεν υπήρχαν περιορισμοί στη ρυμούλκηση του πλοίου. Σήμερα οι ασφαλιστές έχουν επιβάλλει περιορισμούς στις επιχειρήσεις ρυμουλκήσεως, λόγω πρόσθετου κινδύνου που παρουσιάζεται.

Το αρχικό ασφαλιστήριο δεν προβλέπει κάλυψη για όλες τις ρυμουλκήσεις του ασφαλισμένου πλοίου, παρά μόνο για συνηθισμένες ρυμουλκήσεις στους λιμένες, ή σε καταστάσεις ανάγκης, γιατί δεν προβλέπεται ότι το πλοίο θα ρυμουλκηθεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ή ότι θα ρυμουλκήσει άλλο πλοίο, συνεπώς ρυμούλκηση επιτρέπεται μόνο όταν το ασφαλιζόμενο πλοίο, ή το πλοίο που βοηθά το ασφαλιζόμενο πλοίο, βρίσκεται σε κίνδυνο, ή πρόκειται για τις συνηθισμένες ρυμουλκήσεις στα λιμάνια, ή όταν ο ασφαλιστής συμφωνεί

Το ασφαλιζόμενο πλοίο μπορεί να ρυμουλκηθεί χωρίς πρόσθετο ασφάλιστρο μόνο

1. Όταν βρίσκεται σε κίνδυνο.

2. Προς τον πλησιέστερο ασφαλή λιμένα ή τοποθεσία.

3. Όπως συνηθίζεται μέσα στα λιμάνια

Σε κάθε άλλη περίπτωση χρειάζεται πρόσθετο ασφάλιστρο.

Ρήτρα συγκρούσεως πλοίου (Running Down Clause).

Ο ασφαλιστής αποζημιώνει την αστική ευθύνη του ασφαλιζομένου σε περίπτωση συγκρούσεως με άλλο πλοίο.

Σύγκρουση νοείται η επαφή του πλοίου με άλλο πλοίο.  Η αστική ευθύνη καλύπτει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο άλλο πλοίο και όχι στο ασφαλιζόμενο. Δεν περιλαμβάνονται οι ζημίες στο  ασφαλισμένο πλοίο, αυτές καλύπτονται από άλλους όρους.

1. Καλύπτονται οι εξής ζημίες του άλλου πλοίου

α. Ολική απώλεια.

β. Το κόστος επισκευής των ζημιών.

γ. Απώλεια κέρδους, ή περιουσιακού στοιχείου, λόγω καθυστέρησης, ή απώλειας χρήσης.

δ. Έξοδα Γενικής αβαρίας, που τυχόν θα δαπανηθούν εκ μέρους του άλλου πλοίου, ή περιουσιακού στοιχείου επί του άλλου πλοίου.

ε. Έξοδα Ναυαγιαίρεσης, που τυχόν θα δαπανηθούν εκ μέρους του άλλου πλοίου, ή περιουσιακού στοιχείου επί του άλλου πλοίου.

2. Καλύπτονται οι ζημίες τρίτων μερών που από την σύγκρουση  εμπλέκονται στο ατύχημα, όπως επιβάτες, ιδιοκτήτες φορτίου κλπ.  

 

3. Αν ο ασφαλισμένος είναι ταυτόχρονα ασφαλισμένος με την ίδια ρήτρα και σε P & I club, συνήθως οι ασφαλιστές είναι υπεύθυνοι για ζημίες, που φθάνουν μέχρι και τα 3/4 της ασφαλιζόμενης αξίας του πλοίου, συν τα 3/4 των εξόδων που θα κάνει ο ασφαλιζόμενος, αν χρειασθεί. Το υπόλοιπο 1/4 της ζημιάς θα καλυφθεί από το Ρ & Ι Glub.

Ρήτρα πλοϊμότητας πλοίου (Seaworthiness Clause).

Τα πάντα εξαρτώνται από την πλοϊμότητα του πλοίου.

Η πλοϊμότητα δεν αφορά μόνο το σκάφος και τις μηχανές. Ένα πλοίο μπορεί να θεωρηθεί αναξιόπλοο και μόνο επειδή είναι ανεπαρκώς επανδρωμένο, ή έχει εφοδιασθεί ανεπαρκώς με καύσιμα, ή, ο Πλοίαρχος δεν πληροί τα τυπικά προσόντα.

Στα ασφαλιστήρια δεν υπάρχει απόλυτη εγγύηση πλοϊμότητας.

Έτσι δεν είναι απαραίτητο να είναι αξιόπλοο το πλοίο τη στιγμή που υπογράφεται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, κάτι που είναι πρακτικώς αδύνατο.  

Όταν το ταξίδι χωρίζεται σε στάδια, το πλοίο πρέπει να είναι αξιόπλοο κατά την έναρξη κάθε σταδίου.

 

Αν το πλοίο αρχίζει τον πλου σε κατάσταση αναξιοπλοΐας με επίγνωση και ανοχή του ασφαλιζομένου, οι ασφαλιστές δεν ευθύνονται για απώλεια, ή βλάβη, που οφείλεται αμέσως από αναξιοπλοΐα σε εκείνο το στάδιο που το πλοίο βρίσκεται σε κατάσταση αναξιοπλοΐας. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών