ΧΡΗΣΙΜΑ

Σύντμηση των νομίμων προθεσμιών με αίτηση διαδίκου.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 150 ΚΠολΔ ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου, ή ο ειρηνοδίκης, εφ όσον πιθανολογούνται σπουδαίοι λόγοι, μπορούν με απόφαση τους, ύστερα από αίτηση κάποιου διάδικου, να διατάξουν την σύντμηση των νομίμων προθεσμιών, με εξαίρεση τις προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων.

 

Η αίτηση δικάζεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

Ατύχημα στην ασφαλιστική ορολογία.

Σύμφωνα με το άρθρο 31 ν. 2496/1997 στην ασφαλιστική ορολογία «ατύχημα» νοείται κάθε περιστατικό, που συμβαίνει στον ασφαλισμένο και οφείλεται σε αιτία ξαφνική, εξωτερική, ορατή, βίαια, τυχαία και απόλυτα ανεξάρτητη από την θέληση του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του και προκαλεί σαν αποκλειστική αιτία, ανεξάρτητη κάθε άλλης, σωματική βλάβη, ή θάνατο.

Δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου έγινε άκυρη εκτέλεση.

Κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ.

Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημίωσης στο ζημιωθέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ.

Αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η αποζημίωση περιορίζεται στην ζημία, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή.

Πέραν της παραπάνω διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν αποκλείεται η έγερση από τον ζημιωθέντα αυτοτελούς αγωγής αποζημίωσης. Ειδικότερα, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η αναγκαστική εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, ανεξάρτητα από την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, αποζημίωση για τις ζημίες, που υπέστη απ' αυτήν, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ (ΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 9/2010, ΑΠ 1462/2013). 

Χορήγηση στον μισθωτό άδειας.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. 3302/2004 «Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειάς του με αποδοχές, κατ' αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια είκοσι τεσσάρων (24) εργασίμων ημερών ή, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι (20) εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί, λόγω του εφαρμοζομένου συστήματος εργασίας» (παρ. 1α). Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγεί σ' αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας" (παρ. 1β).

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 α.ν 539/1945 και άρθρο 1 παρ. 2 ν.δ 454/1966, κατά τη διάρκεια της άδειας, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη τις συνήθεις αποδοχές, που θα ελάμβανε εάν πραγματικά απασχολείτο κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του.

Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη άδεια που δικαιούται, υποχρεούται, όταν λήξει το ημερολογιακό έτος μέσα στο οποίο όφειλε να χορηγήσει την άδεια, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας. 

Διαφυγόν κέρδος, υπολογισμός και αποκατάστασή του.

Η υπό των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία).

Ως θετική ζημία, νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού, ή σε αύξηση του παθητικού.

Ως διαφυγόν κέρδος, νοείται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ 83/2002).

Επομένως διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία επαύξηση θα επερχόταν με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1221/2001).

Το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος, που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.

Για τον υπολογισμό του γίνεται αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις, όμως, δεν χαρακτηρίζονται από την βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος τον υπολογισμό του, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στο άρθρο 298 εδ. 2 ΑΚ ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό, άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά τον χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα.

Το τυχαίο, ή απροσδόκητο, ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, ή ελπίδες, εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται.

Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος καθ όσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες-συγκεκριμένες περιστάσεις.

 

Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι φαντασιώδους υπολογισμού (ΑΠ 1364/2013). 

Απόσβεση ενοχής με δημόσια κατάθεση χρηματικής παροχής.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 434 ΑΚ προκύπτει ότι με την δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής επέρχεται απόσβεση της ενοχής, σαν να είχε γίνει κατά το χρόνο της κατάθεσης καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν την δημόσια κατάθεση, δηλαδή, είτε όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επ. ΑΚ, είτε όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή, ή εξ αιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του. Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημόσια κατάθεση δεν συνεπάγεται κανένα αποτέλεσμα ως έννομη συνέπεια (ΑΠ 907/2005, ΑΠ 44/2004, ΑΠ 1289/2013). 

ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ότι πρέπει να γνωρίζετε (Νοέμβριος 2014).  

Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ παρέχει πληροφορίες, που αφορούν την οικονομική συμπεριφορά ιδιωτών και επιχειρήσεων.

Πρόσβαση στα δεδομένα έχουν μόνο πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα.

Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί για την καταχώρηση στοιχείων που τον αφορούν και να ζητήσει συμπλήρωση, διόρθωση, ή διαγραφή, αν διαπιστώσει ότι τα στοιχεία είναι ανακριβή, ελλιπή, ή μη ενημερωμένα.    

Α ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

1.ΥΠΟΘΗΚΩΝ - ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ

Καταχωρούνται δεδομένα για προσημειώσεις υποθηκών και υποθήκες, τα οποία διαγράφονται, όταν εξαλειφθούν από τα αντίστοιχα δημόσια βιβλία.

2.ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ

Καταχωρούνται δεδομένα για υπόλοιπα δανείων, ή πιστώσεων και αιτήσεις εξωδικαστικού συμβιβασμού του άρθρου 2 παρ.1 ν.3869/2010. Τα δεδομένα διατηρούνται για 5 έτη από την τελευταία μηνιαία ενημέρωσή τους, από τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα. Τα δεδομένα των αιτήσεων εξωδικαστικού συμβιβασμού διατηρούνται για 3 έτη από την υποβολή της αίτησης, ή 1 έτος από της υποβολή αυτής, σε περίπτωση παραίτησης του αιτούντος.

3.ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ - ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΩΝ

Καταχωρούνται δεδομένα για χαμένες, κλεμμένες, ταυτότητες, ή διαβατήρια, μετά από δήλωση των κατόχων τους και δεδομένα για αριθμούς χαμένων, κλεμμένων, ανενεργών ΑΔΤ, που διαβιβάζονται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Τα δεδομένα τηρούνται έως ότου ο πολίτης ζητήσει την διαγραφή τους. Τα δεδομένα, που προέρχονται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, μεταβάλλονται μόνο από αυτό.

4.ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΚΑΡΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΘΕΙ

Καταχωρούνται δεδομένα για καταγγελίες συμβάσεων με επιχειρήσεις για την εκ μέρους τους αποδοχή καρτών ως μέσων πληρωμής. Οι καταγγελίες αυτές αφορούν συγκεκριμένους λόγους αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς. Τα δεδομένα τηρούνται για 5 έτη.

Β.Χρόνος τήρησης δεδομένων

1.Σφραγισμένες επιταγές, απλήρωτες κατά τη λήξη τους, συναλλαγματικές, γραμμάτια σε διαταγή και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Διατηρούνται 2 έτη.

2.Διαταγές πληρωμής. Διατηρούνται 3 έτη.

3.Προγράμματα πλειστηριασμών, κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν.δ 1923. Διατηρούνται 4 έτη.

4.Διοικητικές κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών. Διατηρούνται  4 έτη.

5.Αιτήσεις πτωχεύσεων. Διαγράφονται, είτε με την καταχώριση της κήρυξης της πτώχευσης, είτε, εφ όσον ματαιωθεί η σχετική με αυτές συζήτηση, μετά 1 έτος από την ημερομηνία της ματαιωθείσας συζήτησης. Σε κάθε περίπτωση διαγράφονται στο μήνα εντός του οποίου συμπληρώνονται 5 έτη από την ημερομηνία κατάθεσης αυτών στο αρμόδιο Δικαστήριο. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης πτώχευσης, λόγω μη επάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη καταχωρίζεται το σχετικό δεδομένο, το οποίο διατηρείται 10 έτη.

6.Αιτήσεις συνδιαλλαγής-εξυγίανσης. Διαγράφονται μετά 5 έτη από την ημερομηνία κατάθεσής των στο αρμόδιο Δικαστήριο. Στις περιπτώσεις έκδοσης απόφασης επί της αίτησης ο χρόνος διαμορφώνεται ανάλογα.

7.Πληροφορίες για κηρυχθείσες πτωχεύσεις. Διαγράφονται μετά 10 έτη, εφ όσον οι εργασίες τους δεν συνεχίζονται. Σε κάθε περίπτωση μετά 15 έτη από την κήρυξή τους.

8.Τροπές προσημειώσεων σε υποθήκες. Διαγράφονται όταν εξαλειφθούν.

9.Αιτήσεις δικαστικής ρύθμισης οφειλών. Εφ όσον επέλθουν, διατηρούνται 3 έτη από την εξόφληση των οφειλών. Αν οι αιτήσεις δεν καταλήξουν σε συμβιβασμό διαγράφονται 3 έτη μετά την υποβολή τους. Σε περίπτωση παραίτησης του αιτούντος, η σχετική με την αίτηση πληροφορία διαγράφεται 1 έτος μετά την υποβολή της αίτησης. Οι αποφάσεις δικαστικής ρύθμισης χρεών διαγράφονται μετά 3 έτη από την επέλευση της απαλλαγής. Αποφάσεις για την πλήρη απαλλαγή του οφειλέτη διατηρούνται 3 έτη.

Γ. ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

1.Τα  δεδομένα του στοιχείου 1 διαγράφονται, εφ όσον έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της, έχει δηλαδή σημειωθεί εξόφληση για όλα τα δεδομένα που είναι καταχωρημένα και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για όλα τα δεδομένα της συγκεκριμένης κατηγορίας.

2.Τα δεδομένα των στοιχείων 2 έως και 4 διαγράφονται, εφ όσον έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της, έχει δηλαδή σημειωθεί εξόφληση για όλα τα δεδομένα που είναι καταχωρημένα και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων δεδομένων.

3.Σε κάθε περίπτωση, τα δεδομένα των στοιχείων 1 έως και 4 διαγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών. Εξαιρούνται οι πληροφορίες, που αφορούν σε διοικητικές κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών, που δεν έχουν αρθεί.

4.Εφ όσον το σύνολο των καταχωρημένων δεδομένων δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.000 ευρώ, τότε τα δεδομένα αυτά δεν εμφανίζονται στο αρχείο μεταδιδομένων πληροφοριών. Επανεμφανίζονται, εάν καταχωρηθούν νέα στοιχεία, τα οποία προκαλούν υπέρβαση του ως άνω ποσού.

5.Εφ όσον εμφανίζονται μόνο έως 3 τεμάχια, συνολικού ποσού έως και 3.000 ευρώ, αυτά δεν εμφανίζονται στο αρχείο μεταδιδομένων πληροφοριών, εφ όσον έχουν εξοφληθεί. Επανεμφανίζονται εάν καταχωρηθούν νέα στοιχεία, τα οποία προκαλούν υπέρβαση, είτε του ως άνω ποσού, είτε των 3 τεμαχίων, ή δεν έχουν εξοφληθεί.

6.Για την εφαρμογή των ανωτέρω υπό στοιχεία 4 και 5, στην περίπτωση καταγγελιών συμβάσεων δανείων και καρτών χωρίς ποσό, απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης, ή άλλου στοιχείου, για το ύψος της αντίστοιχης οφειλής.

7.Σε περίπτωση ύπαρξης δεδομένου κηρυχθείσας πτώχευσης, ή αίτησης πτώχευσης χωρίς ποσό, ή διοικητικής κύρωσης του Υπ. Οικονομικών, ή αίτησης-απόφασης συνδιαλλαγής-εξυγίανσης, ή αίτησης-απόφασης δικαστικής ρύθμισης οφειλής, τα στοιχεία 4 και 5 δεν εφαρμόζονται.

Δ.Δικαιολογητικα τακτοποίησης δεδομένων

1.Επιταγές-Συναλλαγματικές. Πρωτότυπο σώμα της επιταγής, ή συναλλαγματικής.

2.Διαταγές Πληρωμής. Επίδειξη Α' απογράφου εκτελεστού.

3.Πλειστηριασμοί Κινητών-Ακινήτων. Βεβαίωση του επί του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου για την ματαίωση, ή την πραγματοποίηση, του πλειστηριασμού, ή εφ όσον ο πλειστηριασμός επισπεύδεται από Δημόσια Υπηρεσία βεβαίωση της υπηρεσίας αυτής.

4.Αιτήσεις Πτώχευσης. Επικυρωμένο αντίγραφο της οριστικής δικαστικής απόφασης που απορρίπτει την αίτηση πτώχευσης, ή πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου από το οποίο να προκύπτει ότι η ορισθείσα συζήτηση της αίτησης ματαιώθηκε.

5.Κηρυχθείσες Πτωχεύσεις. Δικαστική απόφαση, όπως ανάκληση της πτώχευσης, επικύρωση συμβιβασμού, αποκατάστασης κ.λ.π.

6.Κατασχέσεις-Επιταγές προς πληρωμή του ν.δ 1923. Πιστοποιητικό του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου-Κτηματολογικού Γραφείου για την άρση, ή ανατροπή της Κατάσχεσης, ή Επιταγής προς πληρωμή.

7.Υποθήκες-Προσημειώσεις. Πιστοποιητικό αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου - Κτηματολογικού Γραφείου για την εξάλειψη της Υποθήκης ή Προσημείωσης.

8.Καταγγελίες Συμβάσεων Δανείων-Καρτών. Πρόταση προς την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ του πιστωτικού, ή χρηματοδοτικού, ιδρύματος, που προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, με την οποία γνωστοποιείται η εξόφληση, ή τακτοποίηση, της οφειλής.

 

η Τειρεσίας βρίσκεται, στην Αθήνα, οδός Μασσαλίας 1 και στο Μαρούσι, οδός Αλαμάνας 1. Τηλέφωνο, 210 3676700. Η/δ, www.tiresias.gr   

Αναίρεση απόφασης από τον Άρειο Πάγο και το δικαστήριο της παραπομπής.

Κατά την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο. Κατά την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.

Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο της παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου, ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λ.π.

 

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, ή ο Άρειος Πάγος, όταν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για δεύτερη φορά, δικάζει την ουσία της υπόθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ.2 και 3 και 579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν μπορεί να εξετάσει λόγους έφεσης, που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση (ΑΠ 336/2013).

Χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης σε καταχρηστική καταγγελία σύμβασης εργασίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 281 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε καταχρηστικά και κάτω από συνθήκες, που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, τότε αυτός δικαιούται να ζητήσει και ο εργοδότης έχει υποχρέωση να του καταβάλει, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που του προκάλεσε η προσβολή της προσωπικότητάς του.

Για το ορισμένο του αιτήματος απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται τα περιστατικά, κάτω από τα οποία έλαβε χώρα η εν λόγω προσβολή, δηλαδή οι συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη και οι οποίες συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος αφ ενός και αφ ετέρου ότι επέφεραν την προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου.

Έτσι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από λόγους εκδίκησης, γιατί π.χ. ο εργαζόμενος προέβαλε νόμιμες αξιώσεις από την εργασία του και διεκδίκηση εργατικών δικαιωμάτων του, περιήλθε δε σε κατάσταση ένδειας, γιατί ζούσε  αποκλειστικά και μόνο από το προϊόν της εργασίας, υπέστη δε από την προσβολή θλίψη και στενοχώρια, δηλαδή ενδιάθετες ψυχικές καταστάσεις, παραγωγικές ηθικής της ιδίας βλάβης, δικαιούται ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Η αοριστία της αγωγής ελέγχεται αναιρετικά με βάση την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1289/2013).  

Κενό ή ασάφεια στην δήλωση βούλησης των μερών.

Όταν στην δήλωση βούλησης, ή στην σύμβαση, υπάρχει ασάφεια περί του τι ακριβώς ήθελα ο δηλώσας, ή τα συμβληθέντα μέρη, το δικαστήριο μπορεί, για να ανεύρει την αληθινή έννοια της δήλωσης, ή της σύμβασης, να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, των συμβάσεων ερμηνευομένων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ όψιν και τα συναλλακτικά ήθη.

 

Αν το δικαστήριο δεν διέγνωσε κενό, ή ασάφεια, περί την δήλωση της βούλησης των μερών, κρίνει ανελέγκτως, ότι δεν συντρέχει λόγος να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1289/2013).    

Απόσβεση ενοχής με καταβολή. Υπόσχεση αντί καταβολής. Παράδοση  τραπεζικής επιταγής.

Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθ εαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση, ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής, πρέπει, να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ότι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με τον νόμο, ή την σύμβαση.

Κατά την διάταξη του άρθρου 421  ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο.

Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με την διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, γιατί θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε, ή προκύπτει από τις περιστάσεις, σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής με την σύσταση της νέας.

Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση, ή υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής.

 

Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής, ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας. Με την γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής (ΑΠ 1289/2013).   

Το βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων και η εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης.

Κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση, ή ανταίτησή του.

Επιβάλλεται δηλαδή στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση  της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 141 ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις.

Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος, που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας.

 

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμό 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 692/2008, ΑΠ 122/2014). 

Η ουσιαστική ύπαρξη παραγραφείσας απαίτησης.

 

Η απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής της επίδικης αξίωσης δεν δημιουργεί ουσιαστικό δεδικασμένο βλαπτικό για τον εναγόμενο, ως προς την γένεση και ουσιαστική ύπαρξη της αξίωσης, έστω και αν το δικαστήριο έκρινε περί τούτου, γιατί στοιχεία της ένστασης ως παραγραφής είναι η διαδρομή του χρόνου και η προταθείσα δήλωση του εναγομένου, όχι δε και η ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσας απαίτησης (ΑΠ 336/2013).

Αίρεση αναβλητική και η πλήρωσή της.

Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, που τέθηκε σε δικαιοπραξία, καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία και επέρχονται τα αποτελέσματα της.

Όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία, το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε, ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης, αυτός που ασκεί το δικαίωμα, οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής, ή πλασματικής, πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας.

Για την πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα. Στην περίπτωση της παράλειψης κατά κανόνα δεν θα υφίσταται αντίθεση στην καλή πίστη, αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από τον νόμο, την σύμβαση, ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 178/2012).

 

Ο έλεγχος της παρακωλυτικής συμπεριφοράς του ζημιουμένου από την πλήρωση πραγματοποιείται με βάση μεν την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου περί των καθαρώς εξουσιαστικών αιρέσεων, δηλαδή, εκείνων επί των οποίων η ενέργεια του υπόχρεου έχει αναταθεί στην απόλυτη εξουσία αυτού, με βάση δε την διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ προκειμένου περί των λοιπών εξουσιαστικών αιρέσεων, δηλαδή εκείνων επί των οποίων η ενέργεια του υποχρέου έχει αφεθεί στη "δυναμένη να ελεγχθεί κρίση του" ή, άλλως, στην αντικειμενική και δικαστικώς ελεγκτέα κρίση του (ΑΠ 122/2014).

Δεδικασμένο από σιωπηρή απόρριψη κυρίου, ή παρεμπίπτοντος, αιτήματος αγωγής.

Από τα άρθρα 321, 322 παρ.1, 525 παρ.1 και 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο παρέλειψε να δικάσει σε κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής και δεν διέλαβε κάτι γι' αυτό στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασής του, το αίτημα αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά.

Μετά την τελεσιδικία της απόφασης δημιουργείται δεδικασμένο, που εμποδίζει να καταστεί το αίτημα αυτό αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων (ΑΠ 13/1984, ΑΠ 1520/2010). 

Επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση στην δίκη της αναίρεσης.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια, ή αναγκαστική, εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο, ή με τις προτάσεις, ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση (ΑΠ 64/2011).

Όχληση οφειλέτη με αγωγή. 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 εδ. α και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση στον εναγόμενο της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης.

Ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου άσκησης και μέσου έναρξης της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια μεν της δίκης διαδικαστική πράξη, να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους χωρίς υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη, ο οποίος οφείλει δικονομικούς τόκους (άρθρο 346 ΑΚ), ως όχληση δε, να καθιστά υπερήμερο τον οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρο 340, 345 ΑΚ).  

Αν ο ενάγων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, δεν χάνεται ο χαρακτήρας της αγωγής ως όχληση καταβολής νόμιμου τόκου υπερημερίας. 

Επομένως αν ο ενάγων ασκήσει κατά του εναγομένου καταψηφιστική αγωγή, με την οποία ζητεί να του καταβάλει χρηματική αποζημίωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της και του επιδώσει αντίγραφο της αγωγής, κατά δε την συζήτηση της αγωγής περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, ο εναγόμενος οφείλει τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής (ΟλΑΠ 13/1994 ΑΠ 520/2010).

Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση περιορισμού στο πρωτοδικείο της καταψηφιστικής αγωγής σε αναγνωριστική, χωρίς ο ενάγων να διαλάβει στην σχετική δήλωσή του τίποτε για τους τόκους.

Εάν το πρωτοδικείο δεν αποφανθεί για το αναγνωριστικό πλέον αίτημα καταβολής τόκων, που εξακολουθεί να υπάρχει ενώ εκκρεμεί ως επίδικο και μετά τον περιορισμό της αγωγής, είναι αναγκαία η προσβολή της σχετικής σιωπηρής απορριπτικής διάταξης εκ μέρους του ενάγοντος με ειδικό λόγο έφεσης. Στην αντίθετη περίπτωση, μετά την τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, δημιουργείται απορριπτικό επί της ουσίας δεδικασμένο, που εμποδίζει να καταστεί το ίδιο αίτημα αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 1122/2000, ΑΠ 1520/2010).

Επανάληψη συζήτησης στο ακροατήριο, που έχει κηρυχθεί περατωμένη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης, ή την διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά, ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση, ή επεξήγηση, με απόφαση που μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, η οποία θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.

 

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εξουσία του δικαστηρίου να διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης δεν υπόκειται σε περιορισμούς και επομένως το δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης και προς προσκομιδή αναγκαίων αποδεικτικών μέσων (ΕφΘεσ 1043/1994). 

Το διαφυγόν κέρδος και η αποκατάστασή του στην αγωγή αποζημίωσης.

Η υπό των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία).

Ως θετική ζημία, νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού, ή σε αύξηση του παθητικού.

Ως διαφυγόν κέρδος, νοείται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ 83/2002).

Επομένως διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία επαύξηση θα επερχόταν με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1221/2001).

Δηλαδή το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος, που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις, όμως, δεν χαρακτηρίζονται από την βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό, άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο, ή απροσδόκητο, ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, ή ελπίδες, εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται.

 

Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος καθ όσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες-συγκεκριμένες περιστάσεις. Η πιθανότητα, επομένως, της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι φαντασιώδους υπολογισμού (ΑΠ 1364/2013). 

Προϋποθέσεις για άσκηση πλαγιαστικής αγωγής αποζημίωσης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής είναι η αδράνεια του υποχρέου προς αποζημίωση να ασκήσει κατά του ασφαλιστή του την αξίωση ελευθερώσεως. Για να γεννηθεί όμως η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή απαιτείται, κατά την κρατούσα ορθότερη άποψη, η επίδοση προηγουμένως της σχετικής αγωγής του τρίτου που ζημιώθηκε προς τον ασφαλισμένο, γεγονός που ενεργοποιεί την ευθύνη του τελευταίου, γιατί από τότε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν ακόμη δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό, το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 966/03 ΑΠ 1596/95 ΕφΑθ 4301/06, ΕφΠειρ 509/2007)

Συνεπώς, πριν από την επίδοση στον ασφαλισμένο της αγωγής του παθόντος τρίτου, δεν έχει γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή για καταβολή του ασφαλίσματος και κατ' επέκταση, δεν μπορεί να νοηθεί καν αδράνεια ενός τέτοιου προσώπου, το οποίο ακόμη τότε δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δανειστή του ασφαλιστή του.

Όταν λοιπόν ο παθών τρίτος με το ίδιο δικόγραφο ασκεί ευθεία αγωγή κατά του υπόχρεου ασφαλισμένου και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή, κατ' αρθ. 724 ΚΠολΔ, με αίτημα την καταδίκη του ασφαλιστή να καταβάλει στον ασφαλισμένο (και όχι στον ίδιο τον ενάγοντα), επειδή ο τελευταίος αδρανεί να ασκήσει την αξίωση του κατά του ασφαλιστή (στοιχείο που πρέπει ν' αναφέρεται στην πλαγιαστική αγωγή, γιατί αλλιώς είναι αόριστη), δεν προλαβαίνει να συντρέξει η αδράνεια αυτή του οφειλέτη.

Σε μια τέτοια περίπτωση η πλαγιαστική αγωγή ασκείται προώρως, εν όψει του ότι δεν έχει ακόμη γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή ούτε έχει επακολουθήσει αδράνεια τούτου, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής.

 

Είναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση αυτή η αδράνεια του ασφαλισμένου θα εμφανιστεί, όταν ο παθών τρίτος, περιοριστεί στην άσκηση ευθείας μόνο αξίωσης κατά του ασφαλισμένου, οπότε και γεννιέται η αξίωση του τελευταίου κατά του ασφαλιστή, και έκτοτε μπορεί να αρχίσει η περίοδος αδράνειας του ασφαλισμένου για να δικαιολογηθεί η άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής (ΕφΑθ 5618/01, ΕφΠειρ 509/2007).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών