Στο άρθρο 1 παρ.1 ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Με εξαίρεση, κατ άρθρο 26 παρ. 6 του ιδίου νόμου, την ασφάλιση της ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων η οποία ρυθμίζεται από τον ν. 489/1976 και εκείνης της παρ. 1του άρθρου 26 του ιδίου νόμου, που η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, οπότε ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή, σε κάθε άλλη περίπτωση δημιουργείται συμβατική σχέση και συνακολούθως δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ του ασφαλιστή αφ ενός και του ασφαλισμένου αφ ετέρου.

Ο τρίτος που ζημιώθηκε από τον λήπτη της ασφάλισης και έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του, δεν μπορεί να στραφεί απ' ευθείας κατά του ασφαλιστή, γιατί τέτοια αξίωση δεν θεμελιώνεται στο δίκαιο της ιδιωτικής ασφάλισης, (Ι. Ρόκα, Ιδιωτική Ασφάλιση, έκδ. 1998 σ. 166, Ζ. Σκουλούδη, Δίκαιο Ιδιωτικής Ασφαλίσεως, Έκδ. 1995, σ. 361, Α. Αργυριάδη, Στοιχεία Ασφαλιστικού Δικαίου, 1976, σ. 104 επ., Βασιλείου Κιάντου, Ασφαλιστικό Δίκαιο, 8η έκδοση, σελ. 385, ΑΠ 1596/1995, ΕΑ 3268/1999, ).

Επομένως, ο παθών τρίτος, σε μη υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, δεν έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ευθεία αξίωση περί αποζημιώσεώς του για ζημιές, τις οποίες υπέστη αυτός συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του ασφαλισμένου της, η τυχόν δε ασκηθείσα εκ μέρους του εναντίον της ευθεία αγωγή, με την οποία επιδιώκει τέτοιου είδους αποζημίωση είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως στο πρόσωπο της ευθέως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας της, κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ, απαιτούμενης διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση εναντίον της μιας τέτοιας αγωγής (ΑΠ 1502/2008, ΕφΠειρ 368/2011, αδημ.).