Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 25 εδ. α Αστικού Κώδικα, κατά την οποία οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν, καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της βούλησης ως προς την υποβολή μιας σύμβασης στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας. Η αυτονομία αυτή δεν είναι απόλυτη, υπό την έννοια ότι δεν δύναται να επιλεγεί δίκαιο προς το οποίο δεν συνδέεται κάποιο από τα στοιχεία της σύμβασης, έστω και χαλαρά.

Στους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων, υπάρχει η τάση για διεθνή τυποποίηση, ή ενοποίηση. Ο σκοπός επιτυγχάνεται με την υποβολή των σπουδαιότερων τύπων των σχετικών συμβάσεων στο ίδιο δίκαιο, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια, ή κατοικία των συμβαλλομένων, ή του τόπου σύναψης, ή εκτέλεσης της σύμβασης. Αυτό έχει κατοχυρωθεί με το άρθρο 3 § 1 της Κοινοτικής Σύμβασης της Ρώμης του 1980 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές», πού κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988, με το οποίο θεσπίζεται η απόλυτη ελευθερία των συμβαλλομένων για την επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου.

Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ειδικότερης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, κατά την σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, αλλά και μεταγενέστερα με την επίκληση διατάξεων του δικαίου αυτού, ακόμη και σιωπηρά με το να μην αντιλέγει κανένα μέρος σε μια τέτοια επίκληση. Αν τα συμβαλλόμενα μέρη θελήσουν να υπαγάγουν την σύμβαση ασφάλισης σε αλλοδαπό δίκαιο, οφείλουν να συμπεριλάβουν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο την ρήτρα υπαγωγής σε αλλοδαπό δίκαιο.

Ομοίως τα μέρη έχουν το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, να συμφωνήσουν σε ποία χώρα θέλουν να αναθέσουν την λύση της διαφοράς τους. Στην περίπτωση αυτή οφείλουν να συμπεριλάβουν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο την ρήτρα δικαιοδοσίας.

Επομένως αν τα μέρη συμφώνησαν η ασφάλιση να υπόκειται σε αλλοδαπό δίκαιο, αλλά η δικαιοδοσία να ανήκει στην Ελλάδα, τότε η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης, ως και των όρων της, θα κριθεί με βάση το αλλοδαπό δίκαιο. Τα ελληνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να εφαρμόσουν το αλλοδαπό δίκαιο, εφ όσον αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική έννομη τάξη και δεν παραβιάζονται οι θεμελιώδεις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών. Εφ όσον το αλλοδαπό δίκαιο έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική έννομη τάξη δεν θα εφαρμοστεί το αλλοδαπό δίκαιο, αλλά το ελληνικό, αυτό που αντιστοιχεί στην συναφθείσα σύμβαση.

Σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνάπτεται στην Ελλάδα, είναι δυνατόν σε συμπεριληφθούν εκ των προτέρων διατυπωμένοι έντυποι όροι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων (ρήτρες). Οι γενικοί αυτοί όροι (ρήτρες) έχουν την ίδια νομική αξία με τους ειδικούς όρους και το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου, είναι δε υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στην σύμβαση ασφάλισης. Οι όροι αυτοί πρέπει να επισημανθούν κατά τρόπο ρητό κατά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης από την ασφαλιστική εταιρεία, που αντιμετωπίζεται ως «προμηθευτής» ως προς τον ασφαλισμένο, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως «καταναλωτής». Ρητή επισήμανση σημαίνει ρητή παραπομπή σε αυτούς και όχι παράθεση και ανάλυση των όρων στην ασφαλιστική σύμβαση. Ο ασφαλιστής πρέπει να εξασφαλίσει στον ασφαλιζόμενο την δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους, ο δε ασφαλισμένος να λάβει γνώση αυτών. Αυτό επιτυγχάνεται με την διατύπωση του συνόλου των όρων (γενικών και ειδικών) του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην ίδια γλώσσα και κατά προτίμηση σε γλώσσα την οποία γνωρίζει ο ασφαλισμένος.