Αναλύονται οι βασικές αρχές της θαλάσσιας ασφάλισης, υπό το πρίσμα της  «Insurance Act 2015»

Α. ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΙΜΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ (Insurable Interest Duty)

Κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο ενδιαφέρεται για την θαλάσσια περιπέτεια έχει ασφαλίσιμο συμφέρον.

α. Eνα πρόσωπο ενδιαφέρεται για την θαλάσσια περιπέτεια, όταν βρίσκεται σε οποιαδήποτε νομική, ή σύμφωνη με τις αρχές του δικαίου, σχέση προς την περιπέτεια, β. ή, προς οποιαδήποτε ασφαλίσιμη περιουσία, που κινδυνεύει λόγω της περιπέτειας αυτής και κατά συνέπεια μπορεί να ωφεληθεί από την ασφάλιση,

γ. ή, την έγκαιρη άφιξη της ασφαλίσιμης περιουσίας, δ. ή, μπορεί να ζημιωθεί από την απώλειά της, ε. ή, από ζημία σε αυτή, στ. ή, από κράτησή της, ζ. ή, μπορεί να προκληθεί ευθύνη σε σχέση με αυτή.

Κάθε σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης εν είδη παιγνίου, ή στοιχήματος, είναι άκυρη.

Μία σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης θεωρείται ότι είναι σύμβαση παιγνίου, ή στοιχήματος, όταν, α. ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και το συμβόλαιο συνάπτεται χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος, β. ή, όταν το ασφαλιστήριο συνάπτεται «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» (interest or no interest), ή «χωρίς περαιτέρω απόδειξη συμφέροντος εκτός από το ίδιο το ασφαλιστήριο», ή «χωρίς όφελός αρωγής προς τον ασφαλιστή», ή υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο όρο.

Ο όρος «interest or no interest» και οι παρεμφερείς όροι, δηλώνουν ότι σε περίπτωση απώλειας του ασφαλισμένου πράγματος ο ασφαλισθείς δικαιούται αποζημίωσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει το συμφέρον, το οποίο έχει επί του ασφαλισθέντος αντικειμένου.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο τη στιγμή της απώλειας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμφέρον, όταν συνάπτεται η ασφάλιση.

 Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο ασφαλίζεται «απολεσθέν ή μη απολεσθέν» (lost or not lost) ο ασφαλισμένος μπορεί να αποζημιωθεί, εάν το ασφαλισθέν αντικείμενο έτυχε να απολεσθεί κατά την στιγμή της  σύναψης της σύμβασης, χωρίς, ούτε ο ασφαλιστής, ούτε ο ασφαλισμένος, να γνώριζε την απώλεια.

Όταν ο ασφαλισμένος δεν έχει συμφέρον την στιγμή της απώλειας, δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον με οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση, αφού μάθει για την απώλεια.

Ένα ενδεχόμενο συμφέρον είναι ασφαλίσιμο, καθώς και ένα αμφίβολο συμφέρον. Ακόμη και το μερικό συμφέρον κάθε φύσης είναι ασφαλίσιμο.

Ο ασφαλιστής, που δεσμεύεται από σύμβαση ασφάλισης, έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στον κίνδυνο που έχει αναλάβει και μπορεί να αντασφαλιστεί κατά του κινδύνου αυτού.

Όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι υποθηκευμένο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στην πλήρη αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό οφείλεται, ή θα οφείλεται, λόγω της υποθήκης.

Ο ενυπόθηκος δανειστής, ο παραλήπτης, ή άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο, μπορεί να το ασφαλίσει για λογαριασμό και προς όφελος άλλων ενδιαφερομένων, καθώς και προς δικό του όφελος.

Ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένης περιουσίας έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με την πλήρη αξία της, παρ' όλο που κάποιος τρίτος ίσως έχει συμφωνήσει, ή είναι υπεύθυνος να τον αποζημιώσει σε περίπτωση απώλειας.

Όταν ο ασφαλισμένος εκχωρεί το συμφέρον του στο ασφαλισμένο αντικείμενο, ή το μεταβιβάζει με άλλο τρόπο, δεν μεταφέρει με αυτόν τον τρόπο στον εκδοχέα τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός εάν υπάρχει σχετική ρητή, ή εξυπακουόμενη, συμφωνία με τον εκδοχέα.

Η πτώχευση των πλοιοκτητών ή των ναυλωτών του πλοίου δεν καλύπτεται.   

Β. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΓΓΕΝΟΥΣ ΑΙΤΙΑΣ (Proximate Cause Duty)

Ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει απώλειες, ή ζημίες, που προξενήθηκαν από πρωτογενείς αιτίες, που είναι καλυμμένες στο ασφαλιστήριο.

Γ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (Utmost Good Faith Duty)  

Η ασφάλιση στηρίζεται στην απόλυτη καλή πίστη (utmost good faith). Είναι γνωστή διεθνώς και ως Uberrima fides. Δηλαδή στην υποχρέωση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, να μην αποκρύπτουν από τον άλλο στοιχεία που γνωρίζουν, με σκοπό, εν αγνοία τέτοιων στοιχείων, να οδηγήσουν τον άλλο σε μια επιζήμια για αυτόν σύμβαση.

Επομένως τα συμβαλλόμενα μέρη  οφείλουν να ενεργούν με την μέγιστη δυνατή καλή πίστη. Οι ασφαλιζόμενοι οφείλουν να παρέχουν στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. 

Παραβίαση της αρχής της απόλυτης καλής πίστης

Η παραβίαση της αρχής κατ αρχήν δεν επιφέρει ακύρωση της ασφάλισης. Η ασφάλιση συνεχίζεται. Αν, όμως, αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της FULL DISCLOSURE, παραλείποντας να ενεργήσει με απόλυτη καλή πίστη παρέχεται στον ασφαλιστή το δικαίωμα ακύρωσης της ασφάλισης. Το δικαίωμα αυτό του ασφαλιστή εφαρμόζεται μόνο αν ο ασφαλιστής, α. δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, β. ή, θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους. Εξαρτάται αν η παραβίαση έγινε από υπαιτιότητα, ή όχι, του ασφαλισμένου, αν δηλαδή είναι ΔΟΛΙΑ ή ΟΧΙ, σύμφωνα με τις παρακάτω διακρίσεις.

Δ.  ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΥΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (Full Disclosure Duty)

Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που  επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου.

Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής.

Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης.

Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλισμένο και ο ασφαλισμένος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει.

Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλισμένος. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη, ή όχι, του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό.

Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη ή όχι του κινδύνου. Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλισμένο, ή τον μεσίτη του, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής. Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει.

Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να αποκαλύψει κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, ότι θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους. Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο.

Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα, α. Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο, β. Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, γ. Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες, δ. Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης.

Όταν μια ασφάλιση συνάπτεται από μεσίτη, ο μεσίτης πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε ουσιώδες γεγονός γνωστό σε αυτόν.

Ένας μεσίτης θεωρείται ότι γνωρίζει κάθε γεγονός το οποίο, στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, ή που θα έπρεπε να είχε πληροφορηθεί. Ο μεσίτης πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε ουσιώδες γεγονός που ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει, εκτός αν έγινε γνωστό σε αυτόν πολύ αργά για να ειδοποιήσει τον πράκτορα.

Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει α) Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει, β) Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον μεσίτη.

 Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης.

 Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση, αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. οι υπάλληλοί του).

Η ΑΡΧΗ ΑΥΤΗ ΣΥΝΔΥΑΖΟΜΕΝΗ με την ΑΡΧΗ της ΝΕΑΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (new fair presentation), παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα ακύρωσης της ασφάλισης, μόνο όταν, α.  ο ασφαλιστής  δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ή β. θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους.

Ε.  ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΑΘΑΡΗΣΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (New Fair Presentation Duty)

Κάθε περιγραφή των στοιχείων που ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή για τον αναμενόμενο κίνδυνο ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (pre-contractual representations) πρέπει να είναι αληθήςΟ ασφαλιστής, όμως, πρέπει από μόνος του, να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και να μη βασίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τον ασφαλισμένο περί της αληθείας αυτών. 

Αποτέλεσμα της νέας αρχής της περιγραφής των στοιχείων, που πρέπει να παρουσιάσει ο ασφαλιζόμενος κατά την σύναψη της ασφάλισης,  είναι ότι, αφ ενός, ο ασφαλιστής δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην περιγραφή από τον ασφαλιζόμενο, αλλά πρέπει να το ψάξει μόνος του και να μην προβεί στην ασφάλιση, αν δεν τον ικανοποιεί η περιγραφή των στοιχείων, αφ ετέρου,  ότι δεν μπορεί να προβεί σε ακύρωση της ασφάλισης.  

Κατά συνέπεια ο ασφαλιστής διατηρεί το δικαίωμά του να ακυρώσει την ασφάλιση και να μην αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, αν ο ασφαλισμένος, εκ προθέσεως, ή εξ αμελείας, παρέλειψε να κάνει μια εύλογη παρουσίαση του κινδύνου κατά την σύναψη της ασφάλισης. Πλην, όμως, όχι απεριόριστα.

Ο ασφαλιστής δικαιούται να ακυρώσει την ασφάλιση, μόνο όταν ο ασφαλισμένος αποτύχει να κάνει την εύλογη παρουσίαση, ακόμη και αν δεν το έκανε από πρόθεση ή από αμέλεια, υπό την προϋπόθεση ότι ο ασφαλιστής στην περίπτωση αυτή, δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση, αν του είχε γίνει μία δίκαιη παρουσίαση.

Επομένως είναι θέμα απόδειξης, ότι ο ασφαλιστής δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση, παρά τις σχετικές πληροφορίες που του δόθηκαν από τον ασφαλισμένο και η ασφάλιση θα συνεχιστεί, εξαρτώμενη από τους όρους υπό τους οποίους ο κίνδυνος παρουσιάστηκε στον ασφαλιστή.

ΣΤ. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ της ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (deliberate or reckless breach)  

Αν ο ασφαλισμενος, παραβίασε την αρχή της προσυμβατικής αποκάλυψης των γεγονότων (pre-contractual disclosure) και επομένως και την αρχή της νέας καθαρής περιγραφής (New Fair Presentation), παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με απόλυτη καλή πίστη (Utmost Good Faith), ο ασφαλιστής έχει την δυνατότητα (νομιμοποιείται) να προβεί σε μη εφαρμογή και ακύρωση της σύμβασης ασφάλισης, υπό τις παρακάτω, όμως, προϋποθέσεις.

α. Σκόπιμη παραβίαάση deliberate or reckless breach). Σκόπιμη παραβίαση σημαίνει, παραβίαση της υποχρέωσης του ασφαλισμένου για προσυμβατική αποκάλυψη και καθαρή περιγραφή του υπό ανάληψη κινδύνου από καθαρή υπαιτιότητα του ασφαλιζομένου. Δηλαδή από δόλο, ή, από βαρεία αμέλειά του (που ισοδυναμεί με δόλο). Σε σκόπιμη παραβίαση ο ασφαλιστής δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ή θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους. ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ αυτή ο ασφαλιστής δύναται να ακυρώσει την ασφάλιση και να κρατήσει τα ληφθέντα ασφάλιστρα.

β. Μη Σκόπιμη παραβίαση (breach is neither deliberate, nor reckless). Μη σκόπιμη παραβίαση σημαίνει, από αμέλεια (οπωσδήποτε ελαφρά, που δεν ισοδυναμεί με δόλο) αθέτηση της υποχρέωσης του ασφαλισμένου για προσυμβατική αποκάλυψη και καθαρή περιγραφή του υπό ανάληψη κινδύνου.

ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ αυτή, α. Αν ο ασφαλιστής, δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση, ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΑΚΥΡΩΣΕΙ  ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ, αλλά θα πρέπει να επιστρέψει τα ασφάλιστρα. β. Αν ο ασφαλιστής, θα είχε συνάψει την ασφάλιση, αλλά με διαφορετικούς όρους, εκτός από τους όρους που αφορούν το ασφάλιστρο ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΔΕΧΘΕΙ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ, ως αν οι εν λόγω διαφορετικοί όροι εφαρμόζοντο. γ. Αν ο ασφαλιστής, θα είχε συνάψει την ασφάλιση με ένα υψηλότερο ασφάλιστρο, ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΔΕΧΘΕΙ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ, μειώνοντας την κάλυψη, την οποία ο ασφαλισμένος θα την λάβει σε αναλογική βάση.

Πρακτική συνέπεια των ρυθμίσεων αυτών είναι ότι, σε σχετική διαφορά, οι ασφαλιστές θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν, το πώς θα είχαν ενεργήσει διαφορετικά, αν δεν είχε συμβεί η παραβίαση. Απαιτούνται αποδείξεις, που πρέπει να έχουν στην διάθεσή τους οι ασφαλιστές, που να αποδεικνύουν ότι θα έπρατταν διαφορετικά στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Ζ. ΔΟΛΙΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ (fraudulent claims).

Με την ειδοποίηση του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο, ότι η απαίτησή του προς αποζημίωση είναι δόλια (fraudulent), προϊόν, δηλαδή, εξαπάτησης του ασφαλιστή, ο Ασφαλιστής δικαιούται να θεωρήσει ότι η ασφάλιση ακυρώθηκε από την ημερομηνία της δόλιας πράξης και εντεύθεν.

Δεν έχει υποχρέωση προς αποζημίωση, αν ο ασφαλιστής έχει προηγουμένως προβεί σε αποζημίωση δικαιούται, να ανακτήσει ότι κατέβαλε.

Προηγούμενες αποζημιώσεις από νόμιμες απαιτήσεις δεν αναζητούνται. Επομένως, εάν η ασφάλιση ακυρωθεί, η ευθύνη του ασφαλιστή για οποιεσδήποτε αξιώσεις που συνέβησαν πριν την ώρα της δόλιας πράξης παραμείνουν ισχυρές. .

Η "New Act" παρέχει στον ασφαλιστή την διακριτική ευχέρεια αν θα επιστρέψει αναλογικά, ή όχι το ασφάλιστρο από το σημείο της ακύρωσης της ασφάλισης και εντεύθεν. Αυτό ρυθμίζεται με επισύναψη σχετικής ρήτρας στο ασφαλιστήριο

Η. ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ (Duty of Warranties)

Εγγύηση (warranty) είναι η υπόσχεση του ασφαλιζομένου, ότι κάποιο συγκεκριμένο πράγμα (γεγονός) θα γίνει, ή, δεν θα γίνει, ή, ότι κάποιος συγκεκριμένος όρος θα τηρηθεί. Η εγγύηση είναι μια προϋπόθεση, που πρέπει να τηρηθεί ακριβώς, ανεξάρτητα αν είναι ουσιώδης για τον κίνδυνο, ή όχι. Από την αθέτηση εγγύησης μπορεί να παραιτηθεί μόνο ο ασφαλιστής.

Μη τήρηση εγγύησης συγχωρείται μόνο όταν, α. εξ αιτίας κάποιας αλλαγής στις περιστάσεις, παύει να είναι εφαρμόσιμη στις περιστάσεις της σύμβασης, ή β. όταν η τήρηση της εγγύησης καθίσταται παράνομη από μεταγενέστερο νόμο.

 Οι εγγυήσεις είναι δύο ειδών, Ρητές και Εξυπακουόμενες εγγυήσεις. 

Ρητές εγγυήσεις (express warranties). Συμφωνούνται από τα δύο μέρη και αναγράφονται ρητά στο ασφαλιστήριο, ή περιέχονται σε κάποιο έγγραφο, που ενσωματώνεται στο ασφαλιστήριο.  Ρητές εγγυήσεις είναι π.χ. οι σχετικές με τον τρόπο και χρόνο της φόρτωσης του πλοίου, του απόπλου κλπ.  Μια ρητή εγγύηση μπορεί να είναι διατυπωμένη σε οποιαδήποτε μορφή λέξεων από τις οποίες να μπορεί να συναχθεί η πρόθεση να δοθεί εγγύηση. Μια ρητή εγγύηση δεν εξαιρεί μια εξυπακουόμενη εγγύηση, εκτός εάν είναι αντιφατική με αυτήν. Όταν για το ασφαλιζόμενο αντικείμενο δίδεται εγγύηση ότι είναι «καλά» ή «σε ασφάλεια» κάποια συγκεκριμένη ημέρα, είναι αρκετό να είναι «καλά», ή «σε ασφάλεια» οποιαδήποτε στιγμή εντός της συγκεκριμένης ημέρας.

β. Εξυπακουόμενες εγγυήσεις (implied warranties). Δεν αναγράφονται στο συμβόλαιο, αλλά υπαγορεύονται από την νομοθεσία, ή την διεθνή πρακτική.  Οι εξυπακουόμενες εγγυήσεις δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν αίρονται από το συμβόλαιο.

Εξυπακουόμενες εγγυήσεις είναι, α. Η ασφαλιζόμενη περιπέτεια (η έκθεση δηλαδή του πλοίου και του φορτίου στους κινδύνους της θάλασσας) να είναι νόμιμη και να πραγματοποιηθεί με νόμιμο τρόπο (Warranty of legality), β. Το πλοίο να είναι αξιόπλοο (Warranty of seaworthiness), γ. Η τήρηση των κανόνων ουδετερότητας σε καιρό πολέμου (Warranty of neutrality), δ. Το πλοίο θα αποπλεύσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ 

Ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να τηρεί την αρχή της μη παραβίασης των εγγυήσεων (ρητών ή εξυπακουομένων).  Η παραβίαση της αρχής δεν επιφέρει ακύρωση της ασφάλισης, όταν, α) η μη τήρησή της δεν αύξησε τον κίνδυνο της ζημίας και β) η ζημία δεν συνέβη, λόγω μη τήρησης της εγγύησης. ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ στις περιπτώσεις αυτές, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να ακυρώσει μονομερώς την ασφάλιση.

Για παράδειγμα, εάν μια συμφωνία προβλέπει την διατήρηση των αμπαριών κλειδωμένα κατά την διάρκεια του πλου και αυτό δεν τηρηθεί από τον ασφαλισμένο και ζημία συνέβη από πλημμύρα, που δεν οφείλεται όμως στο γεγονός ότι τα αμπάρια δεν ήταν κλειδωμένα, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αποφύγει την ευθύνη για αποζημίωση, επικαλούμενος την μη συμμόρφωση του ασφαλισμένου, να διατηρεί τα αμπάρια κλειδωμένα, όταν η πλημμύρα θα συνέβαινε ακόμη και αν τα αμπάρια ήταν κλειδωμένα.

Η  παραβίαση της εγγύησης έχει ως αποτέλεσμα, μόνο την αναστολή της ασφαλιστικής κάλυψης, για όσο διαρκεί η παραβίαση. Η σύμβαση θα επαναλειτουργήσει, όταν η παραβίαση τερματιστεί.