Ρήτρα ασφάλισης (Α), Institute Cargo Clauses (A).

Η ασφάλιση του μεταφερόμενου εμπορεύματος (φορτίου) κατά του κινδύνου ζημίας (βλάβης ή απώλειας) παρέχεται από ελληνικές και αλλοδαπές ασφαλιστικές εταιρείες και από τα Lloyds. Υπόκειται κυρίως στους όρους της βρετανικής νομοθεσίας, όπως έχει ερμηνευθεί και τυποποιηθεί από τις ρήτρες του Ινστιτούτου ασφαλιστών Λονδίνου και είναι γνωστές ως «Institute Cargo Clauses».

Ανάλογα με την φύση και τον βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών, α. Institute Cargo Clauses (A), β. Institute Cargo Clauses (B), γ. Institute Cargo Clauses (C)

Η Institute Cargo Clauses (A) καλύπτει όλους τους κινδύνους ζημίας (βλάβης, ή απώλειας) (All Risks) του εμπορεύματος κατά το στάδιο της μεταφοράς, που δεν εξαιρούνται.

ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ

Α. Απώλεια, ζημία ή έξοδα, που προκύπτουν από αναξιοπλοία του πλοίου, ή ακαταλληλότητα του πλοίου, για την ασφαλή μεταφορά του αντικειμένου ασφάλισης, εφ όσον ο ασφαλισμένος είναι γνώστης της αναξιοπλοίας, ή ανικανότητας, την στιγμή που το εμπόρευμα φορτώνεται στο πλοίο.

Β. Κάθε απαίτηση, που βασίζεται σε απώλεια, ή ματαίωση του πλου, ή της περιπέτειας.

Γ. Απώλεια, ζημία, ή έξοδα, που αναλογεί σε ηθελημένη κακή διαχείριση του ασφαλισμένου.

α. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί απόδοση στην Ελληνική του όρου «wilful misconduct» και είναι άγνωστος στο Ελληνικό Δίκαιο.

β. Δεν ταυτίζεται, ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίον ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα, ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίον ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται. Ο όρος αυτός αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου, ή, έμμεσου, διαφοροποιείται όμως από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλει την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, γιατί από μεγάλη αδιαφορία, ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του.

γ. Κατά συνέπεια ο όρος της «ηθελημένης κακής διαχείρισης» περιλαμβάνει εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του, ότι η πράξη του, ή, η παράλειψή του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ ανάγκη να το αποδέχεται, φερόμενος με αδιαφορία και απερισκεψία ως προς την αντίληψη των συνεπειών της συμπεριφοράς του.

Δ. Συνήθεις διαρροές, απώλεια βάρους, ή όγκου, ή συνήθη φθορά του εμπορεύματος.

Ε. Απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από ανεπάρκεια, ή ακαταλληλότητα «συσκευασίας», ή προετοιμασία του εμπορεύματος να αντέξει στα συνήθη επεισόδια της μεταφοράς.

α. Η συσκευασία πρέπει να έχει γίνει από τον ασφαλισμένο, ή τους υπαλλήλους του πριν από την έναρξη της ασφάλισης.

β. Ως συσκευασία θεωρείται και η στοιβασία σε εμπορευματοκιβώτιο, ή σε άλλο μέσο μεταφοράς.

γ. Υπάλληλοι του ασφαλισμένου δεν θεωρούνται οι ανεξάρτητοι εργολάβοι.

ΣΤ. Ακαταλληλότητα του εμπορευματοκιβωτίου για την ασφαλή μεταφορά του εμπορεύματος.

α. Απαραίτητη προϋπόθεση για την μη κάλυψη, είναι η φόρτωση (στοιβασία) σε αυτό, ή επ αυτό, να έγινε πριν από την σύναψη της ασφάλισης από τον ασφαλισμένο, ή τους υπαλλήλους του, σε γνώση τους ότι το εμπορευματοκιβώτιο είναι ακατάλληλο κατά την στιγμή της φόρτωσης.

β. Η εξαίρεση δεν ισχύει όταν, η ασφαλιστική σύμβαση έχει υπογραφεί από το μέρος που απαιτεί, το οποίο έχει αγοράσει, ή συμφώνησε να αγοράσει, το εμπόρευμα με καλή πίστη στο πλαίσιο μιας δεσμευτικής σύμβασης.

Ζ. Απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από εγγενές ελάττωμα, ή από την φύση του αντικειμένου ασφάλισης.

Η. Απώλεια, ζημία, ή δαπάνη, που προκλήθηκε από την καθυστέρηση, παρ όλο που η καθυστέρηση προκαλείται από ένα ασφαλιζόμενο κίνδυνο.

Θ. Απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από αφερεγγυότητα, ή οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης από τους ιδιοκτήτες, διαχειριστές ναυλωτές, ή διαχειριστές του πλοίου.

α. Προϋπόθεση εφαρμογής της εξαίρεσης είναι κατά την στιγμή της φόρτωσης του εμπορεύματος στο πλοίο, ο ασφαλισμένος να ήταν ενήμερος, ή κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών να γνώριζε, ότι η αφερεγγυότητα, ή οικονομική δυσπραγία, θα μπορούσε να εμποδίσει την κανονική εκτέλεση του ταξιδιού.

β. Η εξαίρεση δεν ισχύει, όταν η ασφαλιστική σύμβαση έχει υπογραφεί από το μέρος εκείνο, που έχει αγοράσει, ή συμφώνησε να αγοράσει, το εμπόρευμα με καλή πίστη στο πλαίσιο μιας δεσμευτικής σύμβασης.

Ι. Απώλεια, ζημία, ή έξοδα, που προκύπτουν από την έλλειψη, ή την άρνηση, εργασίας κάθε είδους, που μπορεί να προκύψει από οποιαδήποτε απεργία, ανταπεργία, διαταραχή εργασίας, ταραχές ή πολιτική αναταραχή.

ΙΑ. Απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα, ή που προκύπτει από τη χρήση όπλων, ή συσκευών, που χρησιμοποιούν ατομική, ή πυρηνική σχάση, ή/και σύντηξη, ή άλλη παρεμφερή αντίδραση, ή ραδιενεργή ισχύ, ή ύλη.

ΙΒ. Απώλεια, ζημία, ή δαπάνη, που προκαλείται από εμφύλιο πόλεμο επανάσταση, εξέγερση, στάση, ή εμφύλιες συγκρούσεις, που απορρέουν από αυτές, ή οποιασδήποτε εχθρική πράξη, προερχόμενη, ή στρεφόμενη, κατά εμπόλεμης δύναμης.

ΙΓ. Απώλεια, ζημία, ή δαπάνη, που προκαλείται από οποιαδήποτε πρόσωπο, που δρα για πολιτικούς, ιδεολογικούς και θρησκευτικούς σκοπούς.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ  

Α. Δεν καλύπτει ζημίες που προέρχονται από πολεμικά γεγονότα ή ενέργειες, εμφύλιο πόλεμο, στάση ή λαϊκές ταραχές καθώς και από φυσική απομείωση των ασφαλισμένων πραγμάτων

Β. Δεν καλύπτει ζημίες από χρήση πολεμικού όπλου, που χρησιμοποιεί πυρηνική διάσπαση.

Γ. Δεν καλύπτει ζημίες που οφείλονται σε καθυστέρηση

Δ. Η μεταφορά ειδικού φορτίου, όπως κατεξυγμένο κρέας, δεν καλύπτεται, παρά μόνο από επιπλέον Ρήτρα Ειδικού φορτίου.