Από τον συνδυασμό των διατάξεων του ν. 2496/1997 για την ασφαλιστική σύμβαση και των άρθρων 189, 192, 193 ΕμπΝ και 361, 185, 192, 193 ΑΚ, συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή.

Α. ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗ (άρθρο 2 Ν. 2496/1997)

Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη, ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν.

Η πρόταση προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων. Η αποδοχή της από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ.

Ο λήπτης της ασφάλισης δεσμεύεται μόνο με τους όρους της πρότασης. Ο λήπτης της ασφάλισης δεσμεύεται, όμως, και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή, κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου κατά παρέκκλιση της πρότασης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, όταν α. οι πρόσθετοι όροι αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, β. γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, με εντονότερα στοιχεία, ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης,

γ. χορηγείται στο λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, δ. και ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιωθεί γραπτώς για τους κατά παρέκκλιση όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου.

Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, και να του χορηγήσει έντυπη δήλωση εναντίωσης, όλοι οι κατά παρέκκλιση της πρότασης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη. Η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί με τους όρους της πρότασης.

Β. ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ  (άρθρο 2 Ν. 2496/1997)

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει καθιερωθεί ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής. Δεν είναι υποχρεωτικό να εκδοθεί. Η σύμβαση ασφάλισης μπορεί να αποδειχθεί με κάθε μέσο, ακόμη και με την «πρόταση» προς ασφάλιση

Το ασφαλιστήριο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται  η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης. Η με μηχανικό μέσο αποτύπωση της υπογραφής του ασφαλιστή στο ασφαλιστήριο αρκεί. Το ασφαλιστήριο είναι ονομαστικό, μπορεί, όμως, να εκδοθεί σε διαταγή, ή στον κομιστή, εκτός της περίπτωσης της υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων.

Αν έχει συμφωνηθεί προσωρινή κάλυψη, ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στον λήπτη της ασφάλισης το έγγραφο προσωρινής κάλυψης. Το έγγραφο προσωρινής κάλυψης πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης και τον τόπο και χρόνο έκδοσής του.

Ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης δικαιούται οποτεδήποτε να ζητήσει αντίγραφα των επεξηγήσεων και στοιχείων που τυχόν έδωσε στον ασφαλιστή κατά τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και αντίγραφο του ασφαλιστηρίου, σε περίπτωση που τούτο απωλέσθηκε.

Γ. ΟΥΣΙΩΔΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟΥ

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πρέπει να περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, τα οποία θεωρούνται ως ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, α. τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, β. η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, γ. το πρόσωπο, ή το αντικείμενο, που σχετίζεται με την επέλευση του κινδύνου, δ. το είδος των κινδύνων, ε. το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, στ. οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, ζ. το ασφάλιστρο, η. το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.

Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι, εφ όσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί.

Ε. ΕΝΑΡΞΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ (άρθρο 146 Ν. 4364/2016, άρθρο 6 Ν. 2496/1997)

Η ασφαλιστική κάλυψη αρχίζει με την καταβολή του ασφαλίστρου, ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής και την παράδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον ασφαλισμένο, ή τον λήπτη της ασφάλισης.

ΣΤ. ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ

Η καταβολή των ασφαλίστρων γίνεται, είτε απευθείας προς την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, είτε σε ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή, ή σε άλλον εντολοδόχο είσπραξης ασφαλίστρων (άρθρο 146 Ν. 4364/2016). Η καθυστέρηση καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση (άρθρο 6 Ν. 2496/1997). Η  καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου, θα επιφέρει από την κοινοποίησή της την λύση της σύμβασης, α. μετά την πάροδο (2) εβδομάδων για ασφαλίσεις με διάρκεια μέχρι και (1) έτους, β) μετά την πάροδο (1) μηνός για ασφαλίσεις με διάρκεια μεγαλύτερη του (1) έτους.

Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές υποχρεούνται να αποδώσουν στην ασφαλιστική επιχείρηση το σύνολο των ασφαλίστρων που εισπράττουν από τους ασφαλισμένους για λογαριασμό τους, το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα της ημερολογιακής εβδομάδας εντός της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εισπράξεις. Η απόδοση των ασφαλίστρων πραγματοποιείται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η επιχείρηση (άρθρο 146 Ν. 4364/2016).

Σε συμβάσεις υποχρεωτικής ασφάλισης κατά ζημιών η εταιρεία οφείλει, να εκδίδει προς τον ασφαλισμένο, ή άλλη δημόσια αρχή, εφ όσον της ζητηθεί, βεβαίωση ασφάλισης, στην οποία περιλαμβάνεται δήλωσή της ότι η σύμβαση ασφάλισης πληροί τις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη ασφάλιση (άρθρο 146 ν. 4364/2016).