Σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 2496/1997  στην ασφάλιση κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία). Το ασφάλισμα δεν μπορεί να υπερβαίνει την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας, ούτε και το ασφαλιστικό ποσό. Η αρχή απαγόρευσης πλουτισμού (αποζημιωτική αρχή) συναντάται στις ασφαλίσεις κατά ζημιών. Με την εφαρμογή της ο ασφαλισμένος, αφ ενός θα αποζημιωθεί δυνάμει των όρων και εξαιρέσεων του υφισταμένου ενεργού ασφαλιστηρίου, αφ ετέρου θα αποτρέψει τον ασφαλισμένο να καταστεί πλουσιότερος από την αποζημίωση της ζημίας.

Με βάση την αρχή ο ασφαλιστής υποχρεούται να αποκαταστήσει την αξία του αντικειμένου της ασφάλισης στην ίδια ακριβώς οικονομική κατάσταση που ήταν πριν την επέλευση του κινδύνου ο οποίος του προκάλεσε οικονομική ζημιά. Η ζημιά μπορεί να είναι άμεση (καταστροφή ή απώλεια αντικειμένων) ή έμμεση (απώλεια απαιτήσεων ή δαπάνες απόκρουσης απαιτήσεων τρίτων).

Με βάση την αρχή επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου, τόσο από τον υπαίτιο της ζημίας, όσο και από τον ασφαλιστή.

Αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως.

Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου και δεν χρειάζεται αναγγελία σε κανένα.

Εφαρμογή της αρχής αποτελεί η περίπτωση της υπερασφάλισης και της ασφάλισης σε πρώτο (Α΄) κίνδυνο.