Σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν. 2496/1997) αν για οποιονδήποτε λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή, ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή στοιχεία, ή περιστατικά που είναι αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής δικαιούται, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός, αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών. Η πρόταση του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης θεωρείται ως καταγγελία, αν μέσα σε (1) μήνα από τη λήψη της δεν γίνει δεκτή και αυτό αναφέρεται στο έγγραφο της πρότασης.

Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει, και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός,  αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση.

Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή.

Η παραπάνω καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, εκ μέρους του ασφαλιστή, επιφέρει αποτελέσματα, α) μετά πάροδο (15) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης, ή β) μετά πάροδο (1) μηνός από τη λήψη της πρότασης του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης.

Στην περίπτωση της με δόλο παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα.

Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης, ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που η μη γνωστοποίηση των στοιχείων και περιστατικών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά σε αμέλεια ή δόλο του ασφαλιζόμενου.

Στις ασφαλίσεις ζωής οι παραπάνω κυρώσεις κατά του ασφαλισμένου δεν εφαρμόζονται. Εξαιρείται μόνο η περίπτωση, που η παράβαση γνωστοποίησης έγινε με δόλο του ασφαλισμένου.

Οι παραπάνω κυρώσεις δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ασθενειών.

Αν ο ασφαλιστής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι αποκλειόταν η δυνατότητα επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο λήπτης της ασφάλισης δεν υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίστρου (άρθρο 5 Ν. 2496/1997). 

Αν ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος / δικαιούχος του ασφαλίσματος, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής α) αφ ενός δεν υποχρεούται σε παροχή, β) εφ ετέρου, εφ όσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, δικαιούται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου (άρθρο 5 Ν. 2496/1997).