Νόμος 2496/1997, ως τροποποιήθηκε με τον ν. 4364/2016.

Α. ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΙΜΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ (Insurable Interest Duty)

Κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο ενδιαφέρεται να ασφαλιστεί για οποιοδήποτε κίνδυνο πρέπει να έχει ασφαλίσιμο συμφέρον.

Σύμβαση ασφάλισης εν είδη παιγνίου, ή στοιχήματος, είναι άκυρη.

Μία σύμβαση ασφάλισης θεωρείται ότι είναι σύμβαση παιγνίου, ή στοιχήματος, όταν, α) ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και το συμβόλαιο συνάπτεται χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος, β) όταν το ασφαλιστήριο συνάπτεται «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» (interest or no interest), ή «χωρίς περαιτέρω απόδειξη συμφέροντος εκτός από το ίδιο το ασφαλιστήριο», ή «χωρίς όφελός αρωγής προς τον ασφαλιστή», ή υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο όρο. Ο όρος «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» και οι παρεμφερείς όροι, δηλώνουν ότι σε περίπτωση ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος ο ασφαλισθείς δικαιούται αποζημίωσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει το συμφέρον, το οποίο έχει επί του ασφαλισθέντος αντικειμένου.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο τη στιγμή της ζημίας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμφέρον, όταν συνάπτεται η ασφάλιση.  Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο ασφαλίζεται «απολεσθέν ή μη απολεσθέν» (lost or not lost) ο ασφαλισμένος μπορεί να αποζημιωθεί, εάν το ασφαλισθέν αντικείμενο έτυχε να ζημιωθεί κατά την στιγμή της  σύναψης της σύμβασης, χωρίς, ούτε ο ασφαλιστής, ούτε ο ασφαλισμένος, να γνώριζε την ζημία.

 Όταν ο ασφαλισμένος δεν έχει συμφέρον την στιγμή της ζημίας, δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον με οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση, αφού μάθει για την ζημία.Ένα ενδεχόμενο συμφέρον είναι ασφαλίσιμο, καθώς και ένα αμφίβολο συμφέρον. Ακόμη και το μερικό συμφέρον κάθε φύσης είναι ασφαλίσιμο. Ο ασφαλιστής, που δεσμεύεται από σύμβαση ασφάλισης, έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στον κίνδυνο που έχει αναλάβει και μπορεί να αντασφαλιστεί κατά του κινδύνου αυτού.

Όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι υποθηκευμένο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στην πλήρη αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό οφείλεται, ή θα οφείλεται, λόγω της υποθήκης. Ο ενυπόθηκος δανειστής, ο παραλήπτης, ή άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο, μπορεί να το ασφαλίσει για λογαριασμό και προς όφελος άλλων ενδιαφερομένων, καθώς και προς δικό του όφελος.

Ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένης περιουσίας έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με την πλήρη αξία της, παρ' όλο που κάποιος τρίτος ίσως έχει συμφωνήσει, ή είναι υπεύθυνος να τον αποζημιώσει σε περίπτωση απώλειας.

Όταν ο ασφαλισμένος εκχωρεί το συμφέρον του στο ασφαλισμένο αντικείμενο, ή το μεταβιβάζει με άλλο τρόπο, δεν μεταφέρει με αυτόν τον τρόπο στον εκδοχέα τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός εάν υπάρχει σχετική ρητή, ή εξυπακουόμενη, συμφωνία με τον εκδοχέα.

Β. ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ

Όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπ όψιν τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία.

Συμφωνία παραίτησης από το δικαίωμα προσβολής της ασφαλιστικής σύμβασης λόγω πλάνης δεν δεσμεύει τον λήπτη της ασφάλισης.

Οι γενικοί και οι ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους, οι οποίοι προβλέπουν ειδικές συνθήκες του προς ανάληψη κινδύνου σε ατομική βάση. 

Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο (άρθρο 33 Ν. 2496/1997)

Γ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΓΓΕΝΟΥΣ ΑΙΤΙΑΣ (Proximate Cause Duty)

Ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει απώλειες, ή ζημίες, που προξενήθηκαν από πρωτογενείς αιτίες, που είναι καλυμμένες στο ασφαλιστήριο.

Δ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (Utmost Good Faith Duty) 

Δηλαδή στην υποχρέωση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών (ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου) να μην αποκρύπτουν από τον άλλο στοιχεία που γνωρίζουν, με σκοπό, εν αγνοία τέτοιων στοιχείων, να οδηγήσουν τον άλλο σε μια επιζήμια για αυτόν σύμβαση.           

 Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να παρέχει στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. Αν, ο ασφαλισμένος παραβιάσει την αρχή της αποκάλυψης γεγονότων, παραλείποντας να ενεργήσει με καλή πίστη, παρέχεται στον ασφαλιστή το δικαίωμα ακύρωσης της ασφάλισης. Το δικαίωμα αυτό του ασφαλιστή εφαρμόζεται μόνο, αν η παραβίαση από τον ασφαλισμένο έγινε δολίως και ο ασφαλιστής, αν ήταν σε γνώσει της δόλιας μη αποκάλυψης, α) δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ή β) θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους.

Ε. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (New Fair Presentation Duty)

Κάθε περιγραφή των στοιχείων, που ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, πριν την ανάληψη του κινδύνου, για τον αναμενόμενο κίνδυνο πρέπει να είναι αληθής (pre-contractual representations). Ο ασφαλιστής, όμως, πρέπει από μόνος του, να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και να μη βασίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τον ασφαλισμένο περί της αληθείας αυτών. 

Αποτέλεσμα της αρχής της περιγραφής των στοιχείων, που πρέπει να παρουσιάσει ο ασφαλιζόμενος κατά την σύναψη της ασφάλισης, είναι ότι α) αφ ενός, ο ασφαλιστής δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην περιγραφή από τον ασφαλιζόμενο, αλλά πρέπει να το ψάξει μόνος του και να μην προβεί στην ασφάλιση, αν δεν τον ικανοποιεί η περιγραφή των στοιχείων, β) αφ ετέρου, αν το ψάξει και προβεί στην ασφάλιση, δεν μπορεί να ακυρώσει την σύμβαση.  

ΣΤ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (Full Disclosure Duty)

Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου.

Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής.

Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη.

Ο ασφαλιζόμενος πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλιζόμενο και ο ασφαλιζόμενος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει. Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλιζόμενος. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό. Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη του κινδύνου.

Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλιζόμενο ή τον διαμεσολαβητή, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής.

Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει.

Ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να αποκαλύψει, α) Κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, που θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει, αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους, β) Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο.

Ζ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (description of risk) (άρθρο 3, Ν.2496/1997)

Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα, α. Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο, β. Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, γ. Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες, δ. Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης.

Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, α. Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει, β. Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον διαμεσολαβητή, γ. Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης.

Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. υπάλληλοί του, ή, ο διαμεσολαβητής)

Ο ασφαλιζόμενος, εάν ρωτηθεί από τον ασφαλιστή, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με καλή πίστη σε κάθε ερώτησή του. 

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι, α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις, που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή, δ) Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί ατέλειες ή πλημμέλειες των απαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση.

Η. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ (deliberate or reckless breach) (άρθρο 3 ν. 2496/1997)

Αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της προσυμβατικής αποκάλυψης των γεγονότων (pre-contractual disclosure) και επομένως και την αρχή της καθαρής περιγραφής (New Fair Presentation) και της περιγραφής του κινδύνου (description of risk) παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με καλή πίστη (Utmost Good Faith) ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση, ή να ζητήσει την τροποποίησή της.