Πρακτορική σύμβαση, δικαιώματα, υποχρεώσεις ασφαλιστικού πράκτορα.

Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητές του ασφαλιστικού πράκτορα καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτοριακή σύμβαση), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4583/2018. Ότι δεν ρυθμίζεται από διατάξεις του ν. 4583/2018, ρυθμίζεται από τον ν. 1569/1985. Η σχέση που τον συνδέει με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι  σύμβαση εντολής, αμειβομένου με προμήθεια επί του ασφαλίστρου. Δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί συμβάσεως έργου.

Ο ασφαλιστικός πράκτορας υποχρεούται να γνωστοποιεί στον πελάτη, πριν τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης ασφάλισης, α) Ότι εργάζεται βάσει προμήθειας, που περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο, β  Άν λαμβάνει και αμοιβή πέραν της προμήθειας, όπως για παράδειγμα ένα ταξίδι (μη χρηματικό οφέλημα), γ) Αν αμείβεται βάσει άλλου τύπου αμοιβής ή βάσει συνδυασμού οποιουδήποτε τύπου αμοιβής, δ) Με ποίες ασφαλιστικές επιχειρήσεις συνεργάζεται, ε) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή του σε ασφαλιστική επιχείρηση, που φθάνει ή υπερβαίνει το 10% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου της.

Ο ασφαλιστικός πράκτορας υποχρεούται να τοποθετεί τις ασφαλίσεις των πελατών του (παραγωγή) στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πρακτορεύει (άρθρο 4 ν. 1569/1985). Κατ' εξαίρεση και με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει πρακτοριακή σύμβαση, επιτρέπεται να τοποθετεί και σε άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν πρακτορεύει στις εξής περιπτώσεις, α) Κλάδων ασφάλισης, οι οποίοι δεν ασκούνται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις τις οποίες πρακτορεύει, β) Ασφαλίσεων, που εγγράφως δεν έγιναν αποδεκτές από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις τις οποίες πρακτορεύει, γ) Ασφαλίσεων, για τις οποίες υπάρχει έγγραφη συναίνεση εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τις οποίες πρακτορεύει.

Απαγορεύεται σε πράκτορα να μεταφέρει ασφαλιστήριο συμβόλαια σε άλλη εταιρία από εκείνη που πρακτορεύει, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του ασφαλισμένου (άρθρο 4 ν. 1569/1985).

Ο πελάτης, καταβάλλοντας το ασφάλιστρο στον πράκτορα απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς την ασφαλιστική επιχείρηση και αν ακόμη αυτός δεν αποδώσει το ασφάλιστρο στην ασφαλιστική. Εξαιρείται η περίπτωση που ο πελάτης, ενεργώντας με δόλο, καταβάλει το ασφάλιστρο σε πράκτορα, ο οποίος δεν έχει εντολή από την ασφαλιστική επιχείρηση να εισπράττει ασφάλιστρα για λογαριασμό της. Το βάρος της απόδειξης του δόλου του πελάτη φέρει η ασφαλιστική  επιχείρηση. Η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία καταβάλλει στον πράκτορα χρηματικά ποσά που προορίζονται για τον πελάτη, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της έναντι του πελάτη, παρά μόνον αν ο πελάτης εισπράξει πράγματι τα χρηματικά ποσά.