Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, ποίοι είναι.

Με τον ν. 4583/2018 επήλθε σαφής διαχωρισμός κύριας και δευτερεύουσας δραστηριότητας στο χώρο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και διαμορφώθηκαν, δύο κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, α)    «ασφαλιστικός διαμεσολαβητής κύριας δραστηριότητας» και β) «Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας».

«Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής κύριας δραστηριότητας» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά «κύρια δραστηριότητα» αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Εξαιρούνται οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι υπάλληλοί τους.

«Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει και ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, εφ όσον σωρευτικά, α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου δεν είναι η   διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, β) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο διανέμει μόνο ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα (που συμπληρώνουν ένα αγαθό ή μία υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του) και γ) τα ασφαλιστικά αυτά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής, ή κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη συμπληρώνει το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως  την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του. 

Ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας αποτελούν κυρίως οι εταιρείες ενοικιάσεως οχημάτων και τα ταξιδιωτικά γραφεία. Ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας δεν αποτελούν τα πιστωτικά  ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί.

Μέσω της συγχώνευσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τον ασφαλιστικό πράκτορα, διαμορφώθηκαν τρεις κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών κύριας δραστηριότητας, α) ο Ασφαλιστικός Πράκτορας, β) ο Μεσίτης ασφαλίσεων και γ) ο Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων.

Ασφαλιστικός Πράκτορας (Agent) ορίζεται  το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Στους ασφαλιστικούς πράκτορες εντάσσονται τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, όταν ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. 

Μεσίτης ασφαλίσεων (Broker) ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που, με γραπτή εντολή του πελάτη, ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στους μεσίτες ασφαλίσεων εντάσσονται και ο μεσίτες αντασφαλίσεων.

Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων μέσω ομάδας ασφαλιστικών πρακτόρων, τους οποίους επιλέγει και προτείνει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για συνεργασία και στη συνέχεια εκπαιδεύει και επιβλέπει το έργο τους, με σκοπό να διασφαλίσει την εκ μέρους τους εφαρμογή των σχετικών με την διανομή πολιτικών και διαδικασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζεται, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος με αυτούς. 

Οι διαφορές  μεταξύ Πρακτόρων και Μεσιτών, σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του νόμου, αφορούν, α) τον βαθμό ανεξαρτησίας τους από την ασφαλιστική επιχείρηση με την οποία συνεργάζονται και β) τον τρόπο αμοιβής τους. Οι κατηγορίες αυτές δεν έχουν διαφορές μεταξύ τους, όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και δεοντολογίας και την δυνατότητα αποζημίωσης του πελάτη από επαγγελματική Αστική Ευθύνη.

Η συνεργασία μεταξύ των διανεμόντων ασφαλιστικά προϊόντα επιτρέπεται εφ όσον είναι εγγεγραμμένοι στην ίδια κατηγορία.

Ο Πράκτορας, κατόπιν έγγραφης σύμβασης εντολής, αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα.

Ο μεσίτης λαμβάνει προμήθεια από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στις οποίες τοποθέτησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο κατ' εντολή του πελάτη του, ή/και αμοιβή από τον πελάτη βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ τους.

Αν μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη μεσολαβούν περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές, οι οποίοι συνεργάζονται μεταξύ τους στην προώθηση του ασφαλιστικού προϊόντος, εκείνος από τους συνεργαζόμενους διαμεσολαβητές που έχει σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, λαμβάνει έγκριση από την ασφαλιστική επιχείρηση για την διανομή των προϊόντων της μέσα από την συγκεκριμένη συνεργασία, πριν συναφθεί οποιαδήποτε ασφαλιστική σύμβαση.

Αν η ασφαλιστική επιχείρηση διαπιστώσει την προώθηση των προϊόντων της από μη εγκεκριμένη συνεργασία, ζητεί, εγγράφως, διευκρινίσεις από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, που έχει σύμβαση με αυτή, και θέτει προθεσμία για την παροχή των διευκρινίσεων αυτών, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των (3) ημερών. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ή αν οι διευκρινίσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν κριθούν επαρκείς, η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται ύστερα από (3) ημέρες από την επίδοσή της στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παρακρατήσει τις αναλογούσες επί του ασφαλίστρου προμήθειες που θα κατέβαλλε στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, αν είχε εγκρίνει τη συνεργασία.