Α. Στις περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου, ή του λήπτη της ασφάλισης, μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Β. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 εδ. α του ν. 2496/1997 (περί της ασφαλιστικής σύμβασης) σύμφωνα με την οποία με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης, ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Γ. Υπό αυτό το πλαίσιο, ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα «claims made policy»ή αλλιώς «αξιώσεις που θα προβληθούν». Σύμφωνα με την ρήτρα δεν αρκεί για την γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά την διάρκεια της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή, ή να αναγγελθεί απλώς η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στον ασφαλιστή κατά την διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εντός μίας ελάχιστης περιόδου αναφοράς, μεταγενέστερη της τυπικής διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης.

Δ. Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 7 ν. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσης του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008).

Ε. Η άνω απαλλακτική ρήτρα δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997. Η ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 8 του ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του ίδιου ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρου 7 παρ. 6 του παραπάνω νόμου (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 19/2015).

ΣΤ. Είναι έγκυρη η ενημέρωση του ασφαλιστή μέσω του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή,

με τον οποίο συνδιαλέγεται ο ασφαλισμένος κατά την επεξεργασία και σύνταξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ΠολΠρΚοζανης 60/2018).