Α. Στις περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου, ή του λήπτη της ασφάλισης, μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Β. Ο νομοθέτης δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις, είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 2496/1997 (περί της ασφαλιστικής σύμβασης), είτε γίνεται με την διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται, όμως, από την περιεχόμενη σε αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στον ν. 2496/1997.

Γ. Ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο, ή βαριά αμέλεια στην ασφάλιση ζημιών, ή μόνο σε δόλο στην ασφάλιση προσώπων,  του λήπτη της ασφάλισης, ή του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος (παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997), αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφριά αμέλειά τους (ΑΠ 1542/2018).

Δ. Τέτοια απαλλακτική ρήτρα είναι αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 εδ.α του ν. 2496/1997, σύμφωνα με την οποία με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης, ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Ε. Η απαλλακτική αυτή ρήτρα, η οποία αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ιδίου νόμου. Η εν λόγω ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου  2 παρ. 8 ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του ιδίου νόμου (ΟλΑΠ 18/2015, ΑΠ 19/2015, ΑΠ 1542/2018).

ΣΤ. Συνεπώς, είναι επιτρεπτό στο ασφαλιστήριο να περιοριστεί η κάλυψη μόνο σε περιπτώσεις ευθύνης από ελαφρά αμέλεια, ή μόνο σε αντικειμενική ευθύνη, χωρίς πταίσμα, ή να συμφωνηθεί αντίστοιχα απαλλαγή του ασφαλιστή, ακόμη και αν η πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια του ασφαλισμένου.

Ζ. Τέτοια συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή είναι η συμφωνία των μερών ότι «ο ασφαλισμένος υποχρεούται, επί ποινή εκπτώσεως παντός δικαιώματός του, να λαμβάνει τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και να τηρεί απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς προς την ασφάλεια του κοινού» ( ΑΠ 1542/2018).

Η. Άλλη απαλλακτική ρήτρα, που μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα είναι και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα «claims made», ή αλλιώς «αξιώσεις που θα προβληθούν». Σύμφωνα με την ρήτρα δεν αρκεί για την γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά την διάρκεια της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή, ή να αναγγελθεί απλώς η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στον ασφαλιστή κατά την διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εντός μίας ελάχιστης περιόδου αναφοράς, μεταγενέστερη της τυπικής διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 19/2015).

Θ. Είναι έγκυρη η ενημέρωση του ασφαλιστή μέσω του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή,  με τον οποίο συνδιαλέγεται ο ασφαλισμένος κατά την επεξεργασία και σύνταξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ΠολΠρΚοζανης 60/2018).

Ι. Άλλη απαλλακτική ρήτρα, που μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα είναι ότι  δεν καλύπτεται από την ασφάλιση η ευθύνη του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφάλισης για σωματικές βλάβες σε τρίτους, εφ όσον πρόκειται για έμμεση, ή επακόλουθη, ζημία που αποτελεί επακόλουθο του ζημιογόνου γεγονότος. Θεωρείται άμεση ζημία, η ζημία που προκύπτει αμέσως και ευθέως από το ζημιογόνο γεγονός, ενώ, αν από την άμεση ζημία προκύπτει άλλη περαιτέρω ζημία, η οποία τελεί προς την πρώτη σε σχέση αιτίου προς αιτιατό, η ζημία αυτή θεωρείται έμμεση ζημία.

ΙΑ. Χαρακτηριστική περίπτωση έμμεσης ζημίας είναι τα εισοδήματα (διαφυγόν κέρδος), τα οποία ο παθών στερείται συνεπεία του ατυχήματος, καθώς δεν δύναται να εργαστεί. Ωστόσο η από το άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση, που καταβάλλεται στον παθόντα συνεπεία της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης του, εφ όσον επιδρά στο μέλλον του, συνιστά άμεση ζημία, καθόσον επέρχεται άμεσα από αυτή καθεαυτή τη ζημιογόνο πράξη και δε συνιστά επακόλουθο του ζημιογόνου γεγονότος (ΠολΠρΚοζανης 60/2018).