1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1παρ. 1, 3, 4, 17 παρ. 1, 2, 18 παρ. 1, 28, 29, 30 παρ. 1 και 34 της διεθνούς σύμβαση της Γενεύης για την διεθνή μεταφορά  εμπορευμάτων οδικώς, άλλως σύμβαση CMR, συνάγεται ότι επί διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων που διεξάγεται οδικώς με οχήματα επ αμοιβή σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής των, εκ των οποίων μία τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα στην πιο πάνω διεθνή Σύμβαση, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική, ή μερική, απώλεια και την βλάβη των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά και του χρόνου παράδοσής των, ως επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 270/2002).

2. Η ανωτέρω ευθύνη είναι ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων και είναι αδιάφορο, εάν εκείνος, ο οποίος με την σύμβαση ανέλαβε την μεταφορά εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή ανέθεσε την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα, ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτον την εκτέλεσή αυτής.

3. Ο μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνον για τις δικές του πράξεις, ή παραλείψεις αλλά και για εκείνες των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του, καθώς και οποιωνδήποτε προσώπων χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, σαν να είχαν γίνει οι πράξεις, ή παραλήψεις, από τον ίδιο.

4. Σε περίπτωση διαδοχικής μεταφοράς, ακόμη και στην περίπτωση που ο αρχικός, ή κάποιος επόμενος μεταφορέας, δεν εκτέλεσε κανένα τμήμα της μεταφοράς, αλλά την ανέθεσε σε τρίτο μεταφορέα, καθένας από τους διαδοχικούς μεταφορείς ευθύνεται σε ολόκληρο για την ολική, ή μερική, απώλεια, ή την βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων (ΑΠ 1060/2003.

5. Η ευθύνη του μεταφορέα είναι αντικειμενική και συνεπώς ο τελευταίος απαλλάσσεται από αυτήν, εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων οφείλεται σε ένα από τα αίτια που αναγράφονται στις παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 της CMR. Τέτοια περίπτωση συντρέχει κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου και οσάκις η απώλεια, ή η βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή η καθυστέρηση στην παράδοσή τους, προήλθε λόγω των ευθυνών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει.

6. Οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 17 παρ, 1 και 2 και 18 παρ. 1 CMR ρυθμίζουν κατά τρόπο αποκλειστικό, το θέμα απαλλαγής του μεταφορέα από την ευθύνη του για την απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων. Τότε, μόνο, απαλλάσσεται, εάν αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, έλαβε χώρα από ευθύνες ασυνήθιστες, που ο ίδιος, ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν, δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ούτε να προλάβει τις συνέπειες ακόμη και εάν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας (ΑΠ 1518/2001, ΑΠ 826/2004).

7. Από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 έως 3 και 7 CMR, προκύπτει ότι σε περιπτώσεις απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της διεθνούς οδικής μεταφοράς, η οφειλομένη από τον μεταφορέα αποζημίωση υπολογίζεται με αναφορά στην αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο αυτά έγιναν δεκτά προς μεταφορά και η οποία ορίζεται σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων και εάν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς, και εάν δεν υπάρχει ούτε αυτή, σύμφωνα με την συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ίδιας ποιότητας. Το ύψος της κατά τα ανωτέρω αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού κατά χιλιόγραμμο ελλείποντος μεικτού βάρους, ως μονάδα δε λογαριασμού νοείται το ειδικό Τραβηκτικό δικαίωμα ( SDR) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του με το ευρώ κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 303/1992, ΕφΑθ 2640/2001).

8. Πέραν της κατά τα ανωτέρω αξίας των απωλεσθέντων, ή βλαβέντων, πραγμάτων, μπορεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 23 CMR να ζητηθούν, ως αποζημίωση, το κόμιστρο, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά. Για την αποζημίωση των παραπάνω δαπανών δεν ισχύει ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της έκτασης της αποζημίωσης, ούτε ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού της αξίας των πιο πάνω δαπανών, αλλά ο μεταφορέας ευθύνεται απεριορίστως. Στις επιβαρύνσεις, που συνδέονται άμεσα με την μεταφορά, νοούνται εκείνες, που ήσαν αναγκαίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, όπως λ.χ. τα έξοδα συντήρησης των πραγμάτων μέχρι την μεταφορά, οι δαπάνες σφράγισης, ζύγισης, τα λιμενικά δικαιώματα, οι δαπάνες συνεργασίας και φύλαξης μέχρι την φόρτωση στο αυτοκίνητο. Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες που έλαβαν χώρα με αφορμή το ατύχημα, όπως τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου που είχε το ατύχημα και τα έξοδα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης που έγινε από τον δικαιούχο με αφορμή την μεταφορά για την διαπίστωση της ζημίας, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την μεταφορά και δεν αποκαθίστανται.

9. Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 της CMR ορίζεται ότι το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας επί τις καταβλητέας αποζημίωσης ανέρχεται σε 5% ετησίως από την σχετική έγγραφη ειδοποίηση (όχληση) προς τον μεταφορέα, ή από την ημερομηνία έναρξης των δικαστικών ενεργειών. Ως ημερομηνία έναρξης των δικαστικών ενεργειών, νοείται η ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου της αγωγής προς τον μεταφορέα, οπότε ολοκληρώνεται κατά το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ η άσκησή της.

10. Σε περίπτωση που, πέραν της αντικειμενικής ευθύνης του μεταφορέα για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων από αυτόν, ή από πρόσωπα για τα οποία ενέχεται, γεννηθεί και ζήτημα εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού, ή των προστηθέντων προσώπων, που χρησιμοποιήθησαν στην μεταφορά, η εν λόγω εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη δεν αποκλείεται από την ως άνω διεθνή σύμβαση, αλλά συρρέει με την ευθύνη που στηρίζεται στην τελευταία (ΑΠ 1060/2003, ΑΠ 1628/2001).

11. Στην περίπτωση αυτή, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, μπορούν να επικαλεσθούν τις πιο πάνω ευνοϊκές για αυτούς ρυθμίσεις της CMR, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης των, ή να περιορίσουν το ύψος της οφειλομένης από αυτούς αποζημίωσης από εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη των (άρθρο 28 CMR).

12. Κατ εξαίρεση, τα πιο πάνω ενεχόμενα πρόσωπα, δεν δικαιούνται να επωφεληθούν των διατάξεων της σύμβασης CMR, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν την ευθύνη τους, ή μεταφέρουν το βάρος απόδειξης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» αυτών, ή των προσώπων των οποίων χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς.

13. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» ο οποίος αποτελεί απόδοση στην ελληνική του όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της διεθνούς σύμβασης CMR, είναι άγνωστος στο Ελληνικό Δίκαιο, και δεν ταυτίζεται μόνο με τον δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο), αλλά αποτελεί μορφή πταίσματος, ελαφρότερη του δόλου. Διαφοροποιείται όμως από την βαρεία αμέλεια, στην οποία το μέτρο επιμέλειας κρίνεται, κατά το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, αντικειμενικώς, ενώ η ανωτέρω μορφή πταίσματος διαλαμβάνει και το υποκειμενικό στοιχείο («wilful»). Ως εκ τούτου η «ηθελημένη κακή διαχείριση», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά του μεταφορέα, ή του προσώπου για τις πράξεις του οποίου ο μεταφορέας ευθύνεται, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη, ή η παράλειψή του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (ΑΠ 1628/2001).

14. Κατά την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της CMR ο χρόνος παραγραφής με βάση την σύμβαση μεταφοράς είναι ένα έτος, εκτός αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε «ηθελημένη κακή διαχείριση», οπότε ο περιοριστικός αυτός χρόνος είναι τρία έτη.

15. Όταν, όμως, η απαίτηση του ζημιωθέντος στηρίζεται σε αδικοπραξία, τότε η παραγραφή της αξίωσης από την σύμβαση μεταφοράς, δεν επηρεάζει την αξίωση από αδικοπραξία και υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Και τούτο, γιατί, οι κατά τα ανωτέρω κατά συρροή αξιώσεις αποζημίωσης, διέπονται κάθε μία από διαφορετικό καθεστώς, η μεν αξίωση από αδικοπραξία στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, η δε αξίωση από την σύμβαση μεταφοράς στην ετήσια, ή τριετή, παραγραφή της σύμβασης CMR (ΑΠ 950/2015, ΜονΕφΑθ 589/2016, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).