Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 2 και 4, 18 παρ. 2, 8 παρ. 1 και 3 και 9 παρ. 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης (CMR) προκύπτει ότι ο μεταφορέας ευθύνεται για απώλεια και βλάβη των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που αυτά παραδόθηκαν προς μεταφορά και του χρόνου της παράδοσης αυτών, καθώς επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση. Η ευθύνη του μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική και απαλλάσσεται, εάν αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη των μεταφερομένων αντικειμένων, ή η καθυστέρηση στην παράδοση τους οφείλεται σε ένα από τα αίτια, που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ. 2 CMR (ΑΠ 1518/2001) ή, σε περίπτωση μόνο απώλειας ή βλάβης των μεταφερομένων αντικειμένων, ότι αυτή οφείλεται σε έναν από τους ειδικούς κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ. 4 CMR  (ΕφΠειρ. 1261/1997,  ΕφΑθ. 10528/1987, ΕφΑθ 2795/2010).

Β. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 της CMR στις περιπτώσεις, όπου, με βάση την κειμένη νομοθεσία, η απώλεια, ή η ζημία, ή η καθυστέρηση, που προκύπτει από μεταφορά, διεπομένη από τη Σύμβαση της Γενεύης, δημιουργεί θέμα εξωσυμβατικής απαίτησης, ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν την ευθύνη του, ή οι οποίες ορίζουν, ή περιορίζουν την οφειλομένη αποζημίωση.

Γ. Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 της διεθνούς σύμβασης ο μεταφορέας δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν την ευθύνη του, ή οι οποίες μεταφέρουν το βάρος της απόδειξης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» αυτού, ή λόγω τέτοιας παράλειψης, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία του δικαστηρίου, που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ως ισοδυναμούσα με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.

Δ. Κατά την έννοια της διάταξης η «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή έμμεσου. Διαφοροποιείται όμως και από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει ούτε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, γιατί από μεγάλη αδιαφορία, ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του. Τούτο, γιατί, ενώ στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμέλειας, που απαιτείται, κρίνεται αντικειμενικώς, στην ηθελημένη κακή απαιτείται αναγκαίως η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή της ψυχικής εκείνης στάσης του μεταφορέα, που γνωρίζει ότι η ενέργεια του, ή η παράλειψη του, επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Επομένως ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από το δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη, ή η παράλειψη του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 18/98, ΑΠ 1715/2007).

Ε. Προς θεμελίωση της σχετικής αξίωσης προς αποζημίωση απαιτείται να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία, σύμφωνα με την ΑΚ 914, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 της CMR, στις οποίες περιλαμβάνεται, εκτός των άλλων, και η ζημία που υπέστη ο δικαιούχος λόγω της βλάβης, ή απώλειας των μεταφερομένων αντικειμένων, ή της καθυστέρησης στη παράδοση αυτών (ΑΠ 1107/2002, ΑΠ 820/2002, καθώς και η υπαιτιότητα του μεταφορέα με την μορφή της «ηθελημένης κακής διαχείρισης» (ΕφΘεσ 426/2008).