Επιθαλάσσια αρωγή είναι η παροχή βοήθειας σε πλοίο που κινδυνεύει από την θαλάσσια περιπέτεια με σκοπό την διάσωση ανθρώπων, πλοίου, φορτίου του ναύλου. Ο όρος αντικατέστησε τον όρο "Ναυαγιαίρεση ".

Επιθαλάσσια αρωγή έχουμε, όταν το πλοίο κινδυνεύει από θαλάσσιο κίνδυνο.

Αν η βοήθεια παρασχεθεί χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος, ή μετά την επέλευση του κινδύνου, για παράδειγμα αν το πλοίο μείνει ακυβέρνητο λόγω βλάβης της μηχανής και έχει απλώς ανάγκη ρυμούλκησης, δεν έχουμε επιθαλάσσια αρωγή, αλλά ρυμούλκηση.

Η επιθαλάσσια αρωγή αποτελεί αντικείμενο σύμβασης, καλούμενη «σύμβαση αρωγής». Συνάπτεται μεταξύ του Πλοιάρχου του πλοίου που κινδυνεύει και εκείνου που προστρέχει προς βοήθεια έναντι αμοιβής (σώστρα), που θα λάβει το δεύτερο πλοίο, εφ όσον φέρει ωφέλιμο αποτέλεσμα.

Η σύμβαση καταρτίζεται με συμφωνητικό, που είναι τυποποιημένο από τους Νηογνώμονες και κυρίως τον αγγλικό Lloyds. Ονομάζεται Lloyds Open Form.

Στην σύμβαση επιθαλάσσιας αρωγής περιλαμβάνεται πάντα η ρήτρα «No CureNo Pay» = καμία αμοιβή χωρίς διάσωση.

Αν λόγω των συνθηκών δεν συμφωνηθούν σώστρα, το πλοίο που παρείχε την αποτελεσματική βοήθεια δικαιούται να λάβει εύλογη «αποζημίωση» που θα την καθορίσει Δικαστήριο.

Την αμοιβή κατά το αγγλικό εθιμικό δίκαιο είθισται να την εισπράττει, κατά το 1/2 ο Πλοιοκτήτης του πλοίου που παρείχε την βοήθεια, το 1/4 ο Πλοίαρχος και το υπόλοιπο 1/4 το πλήρωμα του ίδιου πλοίου.

Η διανομή των σώστρων δεν αφορά εξειδικευμένα πλοία διάσωσης, όπως ναυαγοσωστικά ή ρυμουλκά, των οποίων Πλοίαρχοι και πληρώματά τους μισθοδοτούνται ανάλογα με τις ειδικές υπηρεσίες αρωγής, ή διάσωσης που πρόκειται να παράσχουν.

Η επιθαλάσσια αρωγή βασίζεται σε διεθνείς συμβάσεις. Η Ελλάδα έχει κυρώσει όλες τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.

α) Την Διεθνή Σύμβαση «International Convention for the Safety of Life at Sea» (SOLAS), που υιοθετήθηκε το 1974 στην Διεθνή Διάσκεψη για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη θάλασσα από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ). Έκτοτε έχει τροποποιηθεί με αρκετά Πρωτόκολλα. Στην Ελλάδα κυρώθηκε με τον ν. 1045/1980, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το ΠΔ 68/2005  

β) Την Διεθνή Σύμβαση «Search and Rescue» (SAR) που αφορά την έρευνα και διάσωση σε περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων. Η Ελλάδα ασκεί τον συντονισμό των εν λόγω επιχειρήσεων εντός του FIR Αθηνών, από την δεκαετία του 1950, υπάρχουν όμως τα γνωστά προβλήματα με την Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα, μέσω του αρμοδίου ελληνικού Ενιαίου Κέντρου Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης στον Πειραιά, συντονίζει όλες τις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, σε όλα τα κινδυνεύοντα πλοία, αλλά και αεροπλάνα εντός της ελληνικής περιοχής ευθύνης.

γ) Σχετική με την SOLAS  είναι και η Διεθνής Σύμβαση «International Safety Management Code» (ISM Code), που υιοθετήθηκε από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ). Είναι εργαλείο για την αναβάθμιση της ασφάλειας των πλοίων και της εργασίας πάνω στο πλοίο και έχει ενσωματωθεί στην συνθήκη SOLAS εισάγοντας την ιδέα της υποχρεωτικής ανάπτυξης Συστήματος Ασφαλούς Διαχείρισης (SMS) σε κάθε πλοιοκτήτρια, ή διαχειρίστρια εταιρεία. Κάθε Πλοίαρχος που λαμβάνει σήμα από οποιαδήποτε πηγή ότι πλοίο, αεροσκάφος, ή σωστικό μέσο, βρίσκεται σε κίνδυνο, υποχρεούται να πλεύσει ολοταχώς προς βοήθεια, ειδοποιώντας συγχρόνως αυτά αν είναι δυνατόν. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να ενεργήσει έτσι, λόγω ειδικών συνθηκών, ή αν δεν κρίνει εύλογη την βοήθεια, οφείλει να καταχωρήσει στο ημερολόγιο του πλοίου τον λόγο.

Σύμφωνα με τις παραπάνω Διεθνείς Συμβάσεις, ο Πλοίαρχος του πλοίου που κινδυνεύει, κατόπιν συνεννόησης με τους προστρέχοντες Πλοιάρχους, έχει το δικαίωμα να επιτάξει, ένα ή περισσότερα από τα πλοία τους, που θεωρεί ικανά να παράσχουν  βοήθεια. Οι πλοίαρχοι, που επιτάχθηκαν, είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν προς την επίταξη, πλέοντας ολοταχώς προς βοήθεια του πλοίου που κινδυνεύει.

Ο Πλοίαρχος απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής βοήθειας, έστω και αν το πλοίο του επιταχθεί, στις παρακάτω περιπτώσεις., α) Αν ειδοποιηθεί από τα πρόσωπα που κινδυνεύουν, ή από τον πλοίαρχο άλλου πλοίου που κατέφθασε εκεί, ότι η βοήθεια δεν είναι πλέον αναγκαία, β) Όταν για λόγους ανωτέρας βίας, δεν μπορεί να παρασχεθεί βοήθεια, π.χ. αδυναμία πλου προς το σημείο λόγω εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται να επιχειρηθεί μεταβολή πορείας προς το κινδυνεύον πλοίο, έως ότου αποδειχθεί το αδύνατο της προσέγγισης, γ) Όταν κινδυνεύει  η ασφάλεια του αρωγού πλοίου και των επιβαινόντων σε αυτό, δ)  Όταν, λόγω σοβαρού ατυχήματος, ή ανεπάρκειας καυσίμων, του αρωγού πλοίου, είναι αδύνατη η προσέγγιση στο πλοίο που κινδυνεύει, ε) Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου κατά γενικά εκτίμηση μπορεί να προκληθεί μεγάλος κίνδυνος στο αρωγό πλοίο και τους επιβαίνοντες.