Εάν η ζημία των εμπορευμάτων διαπιστωθεί, ή, εάν τα εμπορεύματα δεν φθάσουν μετά την λήξη του προβλεπομένου χρονικού διαστήματος παράδοσης, ο παραλήπτης δικαιούται να προβάλει επ' ονόματί του κατά του μεταφορέα οιαδήποτε δικαιώματα προκύπτουν από την φορτωτική.

α)  Εάν ο παραλήπτης παραλάβει τα εμπορεύματα και ελέγχοντάς τα μετά του μεταφορέως, σε εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, τα βρει μερικώς απολεσθέντα, ή ζημιωθέντα, οφείλει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημέρα κατά την οποία τα εμπορεύματα παραδόθηκαν, να κάνει εγγράφως, δήλωση μερικής απώλειας, ή ζημίας, δηλαδή «επιφύλαξη». Συνήθως η επιφύλαξη γίνεται αυθημερόν επί της φορτωτικής, ή σε οποιοδήποτε συνοδευτικό έγγραφο της μεταφοράς.

β) Εάν ο παραλήπτης παραλάβει τα εμπορεύματα, χωρίς να ελέγξει την κατάστασή των μετά του μεταφορέα σε μη εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, ή χωρίς να προβεί σε επιφύλαξη σε εμφανή ζημία, οφείλει σε χρόνο, όχι  αργότερο των (15) ημερών από την παράδοση, εξαιρουμένων των Κυριακών και επισήμων αργιών, να κοινοποιήσει στον μεταφορέα επιφύλαξη.

γ) Ουδεμία αποζημίωση είναι καταβλητέα για καθυστέρηση παράδοσης, εκτός εάν κοινοποιηθεί εγγράφως επιφύλαξη στον μεταφορέα εντός (60) ημερών από τον χρόνο που τα εμπορεύματα τέθηκαν στην διάθεση του παραλήπτη. Καθυστέρηση στην παράδοση συμβαίνει, όταν τα εμπορεύματα δεν παραδοθούν στο λιμάνι της εκφόρτωσης εντός της προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί ρητά, ή ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, εντός της προθεσμίας που θα ήταν εύλογο να παραδοθούν από μια επιμελή μεταφορά.

δ) Η έλλειψη επιφύλαξης αποτελεί PRIMA FACIE απόδειξη, ότι ο παραλήπτης παρέλαβε τα εμπορεύματα στην κατάσταση που αναφέρεται στην φορτωτική.  Γίνεται δεκτό νομολογιακά, ότι η παράλειψη άσκησης από τον παραλήπτη επιφύλαξης δεν έχει ως συνέπεια την απώλεια των σχετικών αξιώσεων, αλλά μαχητό τεκμήριο κανονικής παράδοσης, μετακυλιουμένου στον παραλήπτη του βάρους απόδειξης της ζημίας και του χρόνου εντός του οποίου συνέβη.