Για την Ανέκκλητη Ενέγγυο Πίστωση (LC) βλ. ανάρτηση «Ενέγγυα ανέκκλητη πίστωση».

Για την Πιστωτική (εγγυητική) Επιστολή σε Αναμονή ( Standby Letter of Credit / SLC) βλ. ανάρτηση «  Πιστωτική (εγγυητική) Επιστολή σε Αναμονή ».

Για τις άλλες μορφές της ενέγγυας πίστωσης, βλ. ανάρτηση «Άλλες Μορφές Ενέγγυας Πίστωσης».

ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Ο αγοραστής δεν καταβάλλει την αξία της κατά την έκδοση, αφού η καταβολή δεν είναι αναγκαία, καθώς ο πωλητής δε μπορεί να εισπράξει την αξία της πίστωσης πριν την παράδοση των φορτωτικών εγγράφων. Άλλωστε η άμεση καταβολή δεν εξυπηρετεί τον εντολέα, γιατί του αφαιρεί οικονομικά μέσα πριν την παραλαβή του εμπορεύματος. Έτσι η εκδότρια τράπεζα μετατρέπεται σε δανείστρια του αγοραστή, μέχρι αυτός να καταβάλλει το ποσό της πίστωσης σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο από αυτό της εκτέλεσης της πίστωσης και της είσπραξης της από τον πωλητή. Ωστόσο, η ενδεχόμενη κατάθεση ποσού χρημάτων από τον εντολέα για την διασφάλιση της εξόφλησης της πίστωσης (περιθώριο), δε μεταβάλλει τη φύση της σχέσης, παρά μόνο στη περίπτωση που το ύψος του περιθωρίου ταυτίζεται με αυτό της πίστωσης. Όμως, επειδή η πίστωση σχεδόν πάντα εκδίδεται σε αλλοδαπό νόμισμα ενώ το περιθώριο κατατίθεται στο νόμισμα της χώρας του εντολέα, δεν υπάρχει ταύτιση της διασφάλισης της τράπεζας με τη δέσμευση που έχει αναλάβει από την πίστωση.

ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Με την ανακοίνωση της πίστωσης, η εκδότρια τράπεζα υπόσχεται στον πωλητή την πληρωμή της αξίας της κατά την παράδοση των φορτωτικών εγγράφων. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από την ανακοίνωση της πίστωσης μέχρι την εκτέλεση της, αυτή λειτουργεί ως εν ευρεία έννοια εγγύηση για την καταβολή του ποσού στον πωλητή. Η εγγυητική λειτουργία είναι ουσιώδης για το θεσμό της πίστωσης, γιατί σε αυτήν αποβλέπει ο πωλητής, όταν ζητά από τον αγοραστή την έκδοση πίστωσης. Η εγγύηση που παρέχεται από την εκδότρια τράπεζα με την έκδοση της πίστωσης διαφοροποιείται από την κλασσική τραπεζική εγγύηση, που υλοποιείται με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής.

ΑΠΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Η φυσική κατάληξη της πίστωσης είναι η εκτέλεσή της από τον πωλητή και η καταβολή του ποσού της σε αυτόν από την εκδότρια τράπεζα. Η καταβολή αυτή επιφέρει διπλό αποτέλεσμα αποσβένει την οφειλή της εκδότριας τράπεζας, που προκύπτει από την πίστωση, αποσβένει την οφειλή του αγοραστή που δημιουργήθηκε στα πλαίσια της αγοραπωλησίας. Η αποσβεστική λειτουργία της πίστωσης αποτελεί ιδιόρρυθμο συναλλακτικό φαινόμενο, αφού με μια καταβολή επέρχεται απόσβεση δύο οφειλών. Με την καταβολή του ποσού της πίστωσης, η εκδότρια τράπεζα δεν υποκαθίσταται στα δικαιώματα του πωλητή, αλλά αποκτά αυτόνομη απαίτηση για την είσπραξη του ποσού που κατέβαλλε από τον αγοραστή. Η απαίτηση αυτή εδράζεται στη σύμβαση ανοίγματος της πίστωσης και εξασφαλίζεται εμπράγματα με ενέχυρο στα εμπορεύματα και στα φορτωτικά έγγραφα με τα οποία αυτά αναπαρίστανται (αρθ. 25 παρ. 2 ν.δ. της 17.7.1923).  

ΑΡΧΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ 

Μία άλλη αρχή που διέπει την σύμβαση είναι η αρχή της αυτονομίας και αφορά το νομικό μέρος της σύμβασης, με την έννοια ότι κάθε επιμέρους σχέση στο πλαίσιο της σύμβασης είναι αυτοτελής, ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες, με την έννοια ότι τα μέρη που μετέχουν στη μία σχέση δεν μπορούν να προτείνουν ενστάσεις που πηγάζουν από την άλλη.

ΝΟΜΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΕΝΕΓΓΥΑΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ 

Η νομική μορφή της τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης ρυθμίζεται, κατά κύριο λόγο, από τα εθνικά δίκαια των διαφόρων χωρών. Στην Ελλάδα από τις διατάξεις των άρθρων 25 έως 34 του ν.δ. 17.7/ 13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών. Στην πράξη οι τράπεζες  εφαρμόζουν τους Ομοιόμορφους Κανόνες και Συνήθειες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, οι οποίοι έχουν γίνει δεκτοί από την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών (UCP 600). Ως προς τη νομική φύση των κανόνων αυτών έχουν διατυπωθεί διεθνώς διάφορες απόψεις. Κρατούσα άποψη στην ελληνική νομολογία, είναι εκείνη που τους θεωρεί ως γενικούς επαγγελματικούς όρους, ή όρους συναλλαγών, οι οποίοι εφαρμόζονται ως ερμηνευτικοί κανόνες της σύμβασης  κατά το άρθρο 200 ΑΚ. Οι κανόνες, δηλαδή, δεν θεωρούνται κανόνες με νομοθετική ισχύ. Η συμβατική ρήτρα ότι η συγκεκριμένη σύμβαση ενέγγυας πίστωσης διέπεται από τους όρους της, τους καθιστά, απλώς, συμβατικούς όρους της ενέγγυας πίστωσης και ερμηνεύονται σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ.  

Ζεύγη εννόμων σχέσεων

α. Η έννομη σχέση μεταξύ εντολέα και δικαιούχου. Η έννομη αυτή σχέση δεν πηγάζει από την ενέγγυα πίστωση, αλλά από την σύμβαση πωλήσεως.

β. Η έννομη σχέση μεταξύ εκδότριας τράπεζας και εντολέα, με βάση την οποία η εκδότρια τράπεζα υποχρεούται να κοινοποιήσει στον τρίτο δικαιούχο (πωλητή) το άνοιγμα της υπέρ αυτού πιστώσεως, να παραλάβει τα αποδεικτικά έγγραφα του τρίτου δικαιούχου και να καταβάλει το ποσό της πιστώσεως.

Η νομική φύση της σχέσης αυτής  χαρακτηρίζεται ως έμμισθη εντολή και ως σύμβαση έργου, που έχει ως αντικείμενο την επιμέλεια ξένων υποθέσεων έναντι αμοιβής, εφόσον η τράπεζα δικαιούται προμήθεια.

γ. Η έννομη σχέση μεταξύ της εκδότριας τράπεζας και δικαιούχου. 

Η σχέση αυτή, η οποία αποκαλείται ενέγγυος πίστωση υπό στενή έννοια,  απορρέει από την σύμβαση που καταρτίστηκε ανάμεσα στην εκδότρια τράπεζα και τον δικαιούχο, μετά την ειδοποίησή του εκ μέρους της. Περιεχόμενό της είναι η ανάληψη προσωπικής και αυτόνομης υποχρέωσης της εκδότριας τράπεζας για την καταβολή στο δικαιούχο του ποσού της πιστώσεως. Η εκδότρια τράπεζα, κατά την κρατούσα άποψη, προκειμένου να καταστήσει ενεργή την υποχρέωσή της, οφείλει να προβεί στη γνωστοποίηση - ειδοποίηση του δικαιούχου της πίστωσης εγγράφως. Έκτοτε η τράπεζα θεωρείται ότι εκπλήρωσε τη βασική της υποχρέωση, γιατί η σύμβαση τελειούται με μόνη την κοινοποίηση της πρότασης στο δικαιούχο (άρθρο 167 ΑΚ) χωρίς να χρειάζεται δηλαδή η περιέλευση της αποδοχής στην εκδότρια τράπεζα.

δ. Η έννομη σχέση μεταξύ της μεσολαβούσας (βεβαιούσας) τράπεζας και δικαιούχου.

Χαρακτηρίζεται, ως ανάληψη αφηρημένης υποχρέωσης χρέους εκ μέρους της βεβαιούσας τράπεζας, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ, η οποία έχει έναντι του δικαιούχου τις ίδιες υποχρεώσεις που έχει και η πιστώτρια τράπεζα.

ε. Η έννομη σχέση μεταξύ της εκδότριας τράπεζας και της μεσολαβούσας (βεβαιούσας) τράπεζας.

Η σχέση αυτή αποτελεί μίσθωση έργου, σύμφωνα με άρθρο 681 ΑΚ, που περιέχει στοιχεία εντολής γιατί αποβλέπει στη διεκπεραίωση ξένης υποθέσεως (της πιστώτριας) σύμφωνα με το άρθρο 713 ΑΚ.

στ. Η έννομη σχέση μεταξύ μεσολαβούσας (βεβαιούσας) τράπεζας και δικαιούχου. Γεννιέται μόνο, εφ όσον χωρήσει βεβαίωση της πίστωσης και αποδοχή της εκ μέρους του δικαιούχου.

Συγκεκριμένα, η σύμβαση τελειούται με την κοινοποίηση της πρότασης στον δικαιούχο, η οποία (πρόταση) αποτελεί η κοινοποίηση της πίστωσης, και την εκ μέρους του αποδοχή της, έστω και σιωπηρά.

Ενστάσεις κατά δικαιούχου από την εκδότρια τράπεζα

Σύμφωνα την νομολογία η εκδότρια τράπεζα δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του δικαιούχου ενστάσεις που απορρέουν από την υποκείμενη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή, που απορρέουν δηλαδή, από την πώληση εμπορευμάτων.

Οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ πωλητή και αγοραστή δεν δεσμεύει την τράπεζα, που είναι εντελώς ξένη προς την έννομη σχέση που τους συνδέει.

Τι ισχύει στη βεβαιωμένη ενέγγυα πίστωση.

Στη βεβαιωμένη ενέγγυα πίστωση, όπως είπαμε, ισχύει η ενοχή σε ολόκληρο, δηλαδή ο δικαιούχος έχει αυτοτελώς υπόχρεους, τόσο την εκδότρια τράπεζα, όσο και την βεβαιούσα  (ΕΑ 2134/2001, ΕΑ 6953/1996).

Θέματα εφαρμοστέου δικαίου.

Η ενέγγυα πίστωση, συνήθως, εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας. Το ποίο δίκαιο θα εφαρμοστεί υποδεικνύεται με βάση τον κανόνα του άρθρου 25 ΑΚ, δηλ. κρίσιμο είναι το δίκαιο, στο οποίο υπήχθησαν τα μέρη. Αν δεν συμφωνήσουν, το εκ των περιστάσεων αρμόζον. Στην περίπτωση της βεβαιωμένης ενέγγυας πίστωσης, αρμόζον θεωρείται το δίκαιο της έδρας της τράπεζας που έχει βεβαιώσει την πίστωση.