Σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευμάτων είναι η συμφωνία με την οποία ο μεταφορέας αναλαμβάνει έναντι ανταλλάγματος (ναύλου) την ίδια θαλάσσης μεταφορά πραμάτων από ένα λιμένα σε άλλον. Η σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς απαιτεί έγγραφο τύπο, στον οποίο και διατυπώνονται οι όροι της συμφωνίας των μερών. Τα σχετικά έγγραφα είναι το ναυλοσύμφωνο και η φορτωτική.

Α. Θαλάσσιος μεταφορέας

Θαλάσσιος μεταφορέας είναι ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο με σκοπό την διενέργεια της θαλάσσιας μεταφοράς. Η ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα υφίσταται έναντι οποιουδήποτε προσώπου, που έχει ενδιαφέρον επί του φορτίου, υπό την έννοια ότι είναι φορέας δικαιώματος, που απορρέει από την σύμβαση και μπορεί να θεωρηθεί ότι ζημιώνεται αμέσως από την απώλεια ή βλάβη αυτού. Τέτοια πρόσωπα μπορεί να είναι ο φορτωτής, ο παραλήπτης που είναι νόμιμος κομιστής φορτωτικής, ο ασφαλιστής του φορτίου που αποζημίωσε την ζημία του ασφαλισμένου και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αυτού, είτε με διάταξη νόμου, είτε με εκχώρηση της σχετικής απαιτήσεως καθώς και ο ενεχυρούχος δανειστής του φορτίου, ή ο εκδοχέας των δικαιωμάτων του παραλήπτη (ΜονΕφΠειρ 113/2019, ΕφΠειρ 142/2012). 

Β. Εφαρμογή των διατάξεων περί ναυλώσεως του ΚΙΝΔ

Στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές με ναυλοσύμφωνο, δηλαδή στις περιπτώσεις, που δεν έχει εκδοθεί φορτωτική, αλλά έχει καταρτιστεί ναύλωση, που διέπεται μόνο από ναυλοσύμφωνο (ή δελτίο θαλάσσιας μεταφοράς, ή εισιτήριο οχήματος, δηλαδή έγγραφα που δεν έχουν αξιογραφική και εμπράγματη λειτουργία) εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ναυλώσεως του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ) και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 107 επ. του ΚΙΝΔ και του ΑΚ (ΜονΕφΠειρ 545/2020, ΜονΕφΠειρ 187/2021).

Γ. Σύνθετες μεταφορές

α) Οι σύνθετες μορφές μεταφορών διακρίνονται σε, α) σε διαδοχικές, οι οποίες πραγματοποιούνται από περισσότερους μεταφορείς, ο καθένας απ’ τους οποίους εκτελεί σταδιακά τμήμα της όλης μεταφοράς, η οποία γίνεται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο (ξηρά, θάλασσα ή αέρα), με ένα είδος μέσου (ομογενής) και καλύπτεται από μια φορτωτική, β) σε συνδυασμένες, οι οποίες εκτελούνται υπό ενιαία σύμβαση, με περισσότερα, όμως, είδη μεταφορικών μέσων, σε οποιοδήποτε συνδυασμό με εκφόρτωση και με μεταφόρτωση των εμπορευμάτων και γ) σε μικτές (στην περίπτωση που συνδυάζουν οδική και θαλάσσια μεταφορά), οι οποίες, ομοίως, εκτελούνται υπό ενιαία σύμβαση με περισσότερα είδη μεταφορικών μέσων, απ’ τα οποία, όμως, αυτό που φέρει τα πράγματα μεταφέρεται για τμήμα της διαδρομής φορτωμένο σε άλλο μεταφορικό μέσο, ούτως ώστε για το συγκεκριμένο τμήμα της μεταφοράς αντικείμενο της μεταφοράς είναι, όχι μόνο τα πράγματα, αλλά και το όχημα που τα μεταφέρει (ΕφΠειρ 767/2009, ΜονΠρΑθ 2726   /2020).

β) Στη συνδυασμένη διεθνή μεταφορά, η οποία διενεργείται, με περισσότερα από ένα διαφορετικού τύπου μεταφορικά μέσα, υπό μία καταλαμβάνουσα την όλη μεταφορά, από την παραλαβή μέχρι την παράδοση του εμπορεύματος στον παραλήπτη, ενιαία σύμβαση με εκφόρτωση και μεταφόρτωση του εμπορεύματος, η ευθύνη του μεταφορέα δεν ρυθμίζεται ενιαία, αλλά καθορίζεται βάσει του νομικού καθεστώτος που διέπει το σκέλος της μεταφοράς στο οποίο επήλθε η ζημία. Έτσι, αν η ζημία επήλθε κατά το θαλάσσιο σκέλος της (μεταφοράς), θα εφαρμοσθούν οι Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ, ή οι διατάξεις περί ναυλώσεως του ΚΙΝΔ, ενώ αν επήλθε κατά το χερσαίο, οι διατάξεις της CMR (ΔΣ της Γενεύης 1956 «επί του Συμβολαίου διά τη διεθνή μεταφοράν εμπορεύματος οδικώς» (ΜονΠρΑθ 2726/20200.

γ) Στην περίπτωση της συνδυασμένης μεταφοράς, αντισυμβαλλόμενος του αποστολέα ή του παραλήπτη είναι το πρόσωπο που αναλαμβάνει ευθύνη για την εκτέλεση της ως άνω μεταφοράς ως μεταφορέας και το οποίο διεθνώς αποκαλείται Multimodal Transport Operator. Το εν λόγω πρόσωπο οργανώνει και συντονίζει την εκτέλεση της συνδυασμένης μεταφοράς καταρτίζοντας τη σχετική σύμβαση και φέροντας ευθύνη για το σύνολο της μεταφοράς. Στην ουσία είναι ένας παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος ανεξαρτήτως αν ο ίδιος εκτελεί τη μεταφορά στο σύνολό της ή κατά ένα τμήμα ή και καθόλου βαρύνεται με την ευθύνη του μεταφορέα (ΠΠρΑθ 4681/2011, ΜονΠρΑθ 2726/2020).

Δ. Ναύλωση

Κατά το άρθρο 107 του ΚΙΝΔ, ναύλωση είναι η σύμβαση, που έχει ως αντικείμενο την χρησιμοποίηση πλοίου με αντάλλαγμα για θαλάσσιες μεταφορές. Η ναύλωση ρυθμίζεται ενιαίως στον έκτο τίτλο του ΚΙΝΔ (άρθρα 107 έως 189), ως μία μορφή αμφοτεροβαρούς σύμβασης, αλλά γίνεται διάκριση αυτής σε τρεις ειδικότερες μορφές: α) στη ναύλωση, με αντικείμενο τη χρησιμοποίηση του πλοίου εν όλω (ολική ναύλωση) ή εν μέρει (μερική ναύλωση), προς το σκοπό ενέργειας θαλάσσιας μεταφοράς (stricto sensu ναύλωση), β) στη ναύλωση, στην οποία η παροχή του εκναυλωτή συνίσταται στη δια θαλάσσης μεταφορά πραγμάτων χωρίς προσδιορισμό χώρου εναπόθεσης αυτών και γ) στη σύμβαση μεταφοράς δια θαλάσσης επιβατών (ΑΠ 1958/2014, ΕφΠειρ 53/2012, ΜονΕφΠειρ 187 /2021).

Ε. Δικαιοδοσία Ελληνικών δικαστηρίων

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, για διαφορές από θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων, υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφ όσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού Δικαστηρίου. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια με κάποιο στοιχείο θεμελιωτικό της αρμοδιότητάς τους, κατά τις διατάξεις περί γενικών ή ειδικών δωσιδικιών.

ΣΤ. Δικαιοδοσία αλλοδαπών δικαστηρίων

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42, 43 και 44 ΚΠολΔ, και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ο οποίος εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται, στα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται ή καταγράφονται και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίνονται ή συνάπτονται κατά ή μετά την 10η Ιανουαρίου 2015, επιτρέπεται συμφωνία των μερών για διαφορές από θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων, κατά την οποία μπορούν να αφαιρεθούν από την δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και να υπαχθούν στη δικαιοδοσία συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλοδαπής πολιτείας, εφ όσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, που τίθενται στον Κανονισμό, άλλως η σχετική συμφωνία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη, με συνέπεια το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας να κρίνεται κατά τις σχετικές διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου (ΜονΠρΠειρ 2726/2020).

Ζ. Εφαρμογή ελληνικού δικαίου

α) Ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη του μεταφορέα, ελλείψει έγκυρης επιλογής εφαρμοστέου εθνικού δικαίου από τα συμβαλλόμενα μέρη, κατ’ άρθρα 1 παρ. 1, 2, 4 παρ. 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές» (Ρώμη I) που τέθηκε σε ισχύ την 24-7-2008 και αφορά συμβάσεις που συνάπτονται μετά την 17-12-2009 (άρθρο 28 άνω Κανονισμού) εφαρμογή έχει το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, αν η διεθνής θαλάσσια μεταφορά συνδέεται με την Ελλάδα, λόγω του τόπου της κυρίας επαγγελματικής εγκατάστασης του θαλασσίου μεταφορέα κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης μεταφοράς  και του τόπου παραλαβής, ή παράδοσης,  του φορτίου.

β) Ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του μεταφορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 3, 31 και 32 του Κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Ιουλίου 2007 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II)», εφαρμογή έχει το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, ως το δίκαιο της χώρας με την οποία, εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό από τη χώρα που επήλθε η ζημία ( ΜονΠρΠειρ 2535/2018)

Η. Πλοιοκτήτης - Εφοπλιστής

α) Την εκμετάλλευση του πλοίου μπορεί να την έχει, ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής. Στις διατάξεις των άρθρων 84, 105 και 106 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου γίνεται διάκριση των εννοιών πλοιοκτησίας, κυριότητας του πλοίου και εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει σύμπτωση κυριότητας και εφοπλισμού, έτσι, ώστε, όταν τα δύο αυτά στοιχεία χωρίζονται να έχουμε αφενός μόνο κυριότητα και αφετέρου μόνο εφοπλισμό.

β) Ειδικότερα, κατά την έννοια των άρθρων 105 και 106 Κ.Ι.Ν.Δ., εφοπλιστής είναι αυτός, που εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του πλοίο, που ανήκει κατά κυριότητα σε άλλον. Ως εκμετάλλευση, η οποία, πάντως, δεν ταυτίζεται με τη διαχείριση του πλοίου, νοείται η διενέργεια ναυτιλιακών εργασιών (όπως μεταφορά προσώπων και πραγμάτων, αλιεία, ρυμούλκηση), με σκοπό το κέρδος, ενώ στοιχεία της εκμετάλλευσης είναι η ναυτική διεύθυνση του πλοίου από τον εφοπλιστή. Η εκμετάλλευση μπορεί να στηρίζεται σε έννομη σχέση, εμπράγματη ή ενοχική (επικαρπία, μίσθωση κλπ.) είτε σε απλή πραγματική κατάσταση (ΤριμΕφΠειρ 436/2018, ΤριμΕφΠειρ 437/2018).

γ) Βασική προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση ν’ ασκεί και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση, που συγκροτεί το πλοίο, και, εκτός από την απόλαυση των κερδών, επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του (ΑΠ 776/2010, (ΜονΕφΠειρ 187 /2021).

δ) Κατά την διάταξη του άρθρο 105 ΚΙΝΔ «ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο δι εαυτόν ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι` εαυτόν». Το τεκμήριο είναι μαχητό και επιτρέπεται ανταπόδειξη, δηλαδή μπορεί να αποδειχθεί ότι ο τρίτος, που δεν αναγγέλθηκε στην ανωτέρω λιμενική αρχή, είναι αυτός που εκμεταλλεύεται το πλοίο για δικό του λογαριασμό, δηλαδή είναι ο εφοπλιστής, είναι δε ζήτημα πραγματικό σε κάθε περίπτωση, ποιος πραγματικά έχει την εκμετάλλευση του πλοίου, δηλ. ο κύριος αυτού ή τρίτος, οπότε υφίσταται εφοπλισμός (ΑΠ 776/2010, ΑΠ 689/2013, ΜονΕφΠειρ 187/2021).

Θ. Διαχειριστής πλοίου

α) Σύμφωνα με την σύμβαση διαχείρισης πλοίων, ο πλοιοκτήτης αναθέτει για ορισμένο χρόνο την διαχείριση του πλοίου του σε άλλον, τον διαχειριστή, ο οποίος έχει ευρύτατες εξουσίες που αφορούν, τόσο την τεχνική, όσο και την εμπορική διαχείριση του πλοίου. Η ενοχική σχέση που συνδέει τον διαχειριστή και τον πλοιοκτήτη είναι μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή. Ο διαχειριστής συνήθως συναλλάσσεται με τους ενδιαφερόμενους για το πλοίο τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, οπότε είναι άμεσος αντιπρόσωπος του. Τα έννομα αποτελέσματα κάθε δικαιοπραξίας, που επιχειρεί ο διαχειριστής στο πλαίσιο της γενικής ή ειδικής εξουσίας του, αφορούν ευθέως τον πλοιοκτήτη (άρθρο 211 ΑΚ).

β) Ο διαχειριστής διαφέρει από τον εφοπλιστή, γιατί ο τελευταίος εκμεταλλεύεται για τον εαυτό το πλοίο, που ανήκει σε άλλον, δηλαδή εκτελεί με ξένο πλοίο ναυτιλιακές εργασίες στο όνομα και για λογαριασμό του, είναι δε υποκείμενο των σχετικών με την εκμετάλλευση ξένου πλοίου δικαιοπραξιών. Αντίθετα, ο διαχειριστής προβαίνει σε υλικές ή νομικές πράξεις που αφορούν στην εκμετάλλευση πλοίου στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη. 

γ) Ο διαχειριστής έχει ιδία ευθύνη μόνο όταν δεν δηλώνει ρητά ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη και δεν προκύπτει σαφώς από τις περιστάσεις ότι επιχειρεί τη σχετική δικαιοπραξία γι’ αυτόν καθώς και όταν η δικαιοπραξία εμφανώς υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του ((ΑΠ 57/2002, ΕφΠειρ 162/2018).

δ) Εφ όσον λοιπόν ο διαχειριστής ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, δεν καθίσταται υποκείμενο κάθε δικαιοπραξίας συναπτόμενης με την ιδιότητά του αυτή και, κατ΄ επέκταση, δεν ενέχεται ο ίδιος για την εκπλήρωσή της. Έτσι, ο διαχειριστής συναλλάσσεται σχετικά με το πλοίο στο όνομα και για λογαριασμό του πλοιοκτήτη με τους ενδιαφερόμενους τρίτους ως άμεσος αντιπρόσωπός του (ΕφΠειρ 162/2018).

Ι. Ναυτικός πράκτορας

α) Ο ναυτικός πράκτορας, ο οποίος ως εντεταλμένος στη διοίκηση κάποιου κλάδου των υποθέσεων του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή που διενεργεί θαλάσσιες μεταφορές, ή του φορτωτή, ή του παραλήπτη, έχει την ιδιότητα του αντιπροσώπου, δηλαδή του καθολικού εντολοδόχου των τελευταίων προσώπων, συνάπτοντας με την ιδιότητά του αυτή συμβάσεις ναύλωσης, ή θαλάσσιας μεταφοράς, με τρίτα πρόσωπα (τον πλοιοκτήτη αν είναι εντολοδόχος του φορτωτή, ή τον φορτωτή αν είναι εντολοδόχος του παραλήπτη), ή εκδίδοντας ως εντολοδόχος του πλοιάρχου την θαλάσσια φορτωτική, όταν πρόκειται για θαλάσσια μεταφορά, ή άλλο αποδεικτικό έγγραφο της φόρτωσης των πραγμάτων στο πλοίο, κατά τα άρθρα 108 και 168 επ. ΚΙΝΔ (ΜονΠρΑθ 2726/20200).

β) Δεν δημιουργούνται ίδια δικαιώματα, ούτε υποχρεώσεις σε βάρος του, γιατί από την δραστηριότητά του δημιουργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις,  μόνο υπέρ και κατά αυτού που αντιπροσωπεύει (πλοιοκτήτη, εφοπλιστή, φορτωτή ή παραλήπτη) (ΜονΠρΑθ 2726/2020).

γ) Ο ναυτικός πράκτορας έχει προσωπική ευθύνη μόνο όταν, δεν δηλώνει ρητά ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη και δεν προκύπτει από τις περιστάσεις ότι επιχειρεί την σχετική δικαιοπραξία για αυτόν (ΑΠ 57/2002, ΑΠ 476/1991), καθώς και όταν η δικαιοπραξία υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του. Κατά γενικό κανόνα, ο ναυτικός πράκτορας ευθύνεται προσωπικώς απέναντι στους τρίτους με τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ και επίσης, όταν κατά την δικαιοπρακτική του δραστηριότητα υπερβαίνει τα όρια της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του των άρθρων 231 και 234 ΑΚ (ΜονΠρΠειρ 3506 /2019).

ΙΑ. Ναυλομεσίτης

Ο ναυλομεσίτης (sea broker) είναι έμπορος ανεξάρτητος επαγγελματίας. Μεσολαβεί μόνο και δεν μετέχει στην κατάρτιση της συμβάσεως μεταξύ των ενδιαφερομένων, τους οποίους απλώς φέρνει σε επαφή, οπότε και δεν ευθύνεται για την καλή εκτέλεση αυτής (ΕφΠειρ 456/2000).

ΙΒ. Πλοίαρχος

α) Ο πλοίαρχος του μεταφέροντος τα εμπορεύματα πλοίου, εκδίδοντας την φορτωτική, συμβάλλεται ως αντιπρόσωπος του εκναυλωτή, ή του μεταφορέα, με την παράδοση του εγγράφου της φορτωτικής από το δεύτερο στον πρώτο, είναι δηλαδή σύμβαση καταρτιζόμενη re και αποτελεί σύμβαση υπέρ τρίτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 410 επ. ΑΚ.

β) Είναι υπεύθυνος για τον πλου του πλοίου και τους ελιγμούς προσέγγισης/αναχώρησης στα λιμάνια. Έχει ευθύνη για την επιλογή και το συντονισμό των αρμοδιοτήτων του πληρώματος, την τήρηση της τάξης, τον έλεγχο καταλληλότητας και την καλή κατάσταση, λειτουργία και ασφάλεια του πλοίου.

ΙΓ. Παραγγελιοδόχος θαλάσσιας μεταφοράς

α) Από τις διατάξεις των άρθρων 95-98 ΕμπΝ σαφώς προκύπτει ότι στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς μπορεί να παρεμβληθεί, εκτός του αποστολέα ή φορτωτή, του αγωγιάτη ή μεταφορέα και του παραλήπτη, και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος διαφέρει από τον μεταφορέα ή αγωγιάτη, κατά το ότι ο τελευταίος ενεργεί ο ίδιος τη μεταφορά, ενώ ο παραγγελιοδόχος επιφορτίζεται με την εξεύρεση του μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει τη σύμβαση μεταφοράς, είτε ιδίω ονόματι, είτε επ’ ονόματι του παραγγελέα, πάντοτε όμως για λογαριασμό του τελευταίου.

β) Ο παραγγελιοδόχος διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς ευθύνεται ως εγγυητής για την εκτέλεση της μεταφοράς εκ μέρους του μεταφορέα και είναι εις ολόκληρον υπεύθυνος με αυτόν, ή τον διαδοχικό παραγγελιοδόχο, για κάθε ζημία που επέρχεται από την απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων στον κύριο, ή στον ασφαλιστή που κατέβαλε την ασφαλιστική αποζημίωση και υποκαταστάθηκε στη θέση του ασφαλισμένου έναντι τρίτων (άρθρα 97 και 98 ΕμπΝ). Η ευθύνη του είναι αντικειμενική και εγγυητική, ανακύπτει δε, όταν υφίσταται ευθύνη του μεταφορέα, προς την οποία εξομοιώνεται και επιμετράται αντιστοίχως, οπότε ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς καθίσταται υπόχρεος προς αποζημίωση για τη ζημία από την απώλεια ή βλάβη των πραγμάτων (ΜονΠρΑθ 2726/2020).

γ) Ο παραγγελιοδόχος διεθνούς θαλάσσιας δικαιούται να επικαλεστεί τους σχετικά προβλεπόμενους λόγους απαλλαγής, ή περιορισμού της ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα, επειδή η ευθύνη του είναι εγγυητική και υπάρχει στο μέτρο της ευθύνης του μεταφορέα. Δεν αποκλείεται βέβαια ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς να ευθύνεται και για δικές του προσωπικές πράξεις ή παραλείψεις, στην περίπτωση όμως αυτή η ευθύνη του θεμελιώνεται στις διατάξεις του κοινού δικαίου (ΑΠ 304/2007, ΑΠ 1741/2008, ΜονΠρΑθ 2726/2020).

ΙΔ. Ευθύνη θαλάσσιου μεταφορέα

Το σύστημα της ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα βασίζεται στο τεκμαιρόμενο πταίσμα του οφειλέτη, δηλαδή στην νόθο αντικειμενική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα.  Σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο θαλάσσιος μεταφορέας έχει το βάρος της αποδείξεως ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα.  Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του αστικού δικαίου στην συμβατική ευθύνη (άρθρα 330 και 334 ΑΚ), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια. Η ελαφρά αφηρημένη αμέλεια έχει την έννοια της μη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού μεταφορέα.

1) Επιμέλεια φορτίου 

α) Σύμφωνα με το άρθρο 134 ΚΙΝΔ «Ο εκναυλωτής υποχρεούται εις πάσαν επιμέλειαν. Τούτο ισχύει ιδία ως προς την φόρτωσιν, την στοιβασίαν, την καλήν διατήρησιν, φύλαξιν, μεταφοράν και εκφόρτωσιν των περί ων η ναύλωσις πραγμάτων. Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια πάσαν ζημίαν εκ της απωλείας ή βλάβης των πραγμάτων, προκληθείσαν κατά τον χρόνον από της παραλαβής προς μεταφοράν μέχρι της παραδόσεως αυτών, εκτός αν η απώλεια ή βλάβη οφείλεται εις περιστατικά, τα οποία δεν ηδύναντο να αποτραπούν ουδέ δια της επιμελείας συνετού εκναυλωτού. Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια πάσαν ζημίαν, η οποία επήλθεν εξ υπαιτίου χρονοτριβής κατά τον απόπλουν, διαρκούντος του πλου ή κατά την εκφόρτωσιν» κατά δε το 135 αυτού «Ο εκναυλωτής ευθύνεται έναντι παντός επί του φορτίου ενδιαφερομένου δια πάσαν ζημίαν προερχομένην εξ ελαττώματος του πλοίου ως προς την καταλληλότητα προς πλούν ή προς διατήρησιν του φορτίου, εκτός εάν ηγνόει το ελάττωμα και δεν ηδύνατο να ανακαλύψη τούτο, έστω και καταβάλλων την εν ταις συναλλαγαίς απαιτουμένην επιμέλειαν. Εάν το ελάττωμα εδημιουργήθη μετά την έναρξιν του πλου εφαρμόζεται και η διάταξις του άρθρου 138».

β) Κατά την διάταξη του άρθρου 134 ΚΙΝΔ ο εκναυλωτής, υποχρεούται σε κάθε επιμέλεια του φορτίου, κυρίως δε ως προς την φόρτωση, την στοιβασία, την φύλαξη, την καλή διατήρηση, την μεταφορά και την εκφόρτωση, ευθυνόμενος σε αποζημίωση για κάθε ζημία η οποία οφείλεται στην απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων και η οποία προκλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παραδόσεώς των στον παραλήπτη.

γ) Οι διατάξεις των άρθρων 134 και 135 ΚΙΝΔ θεσπίζουν νόθο αντικειμενική ευθύνη του μεταφορέα, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα. Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του αστικού δικαίου στη συμβατική ευθύνη (άρθρα 330 και 334 του ΑΚ), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια. Η ελαφριά αφηρημένη αμέλεια έχει την έννοια της μη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού μεταφορέα. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης έχει ο εναγόμενος μεταφορέας (ΕφΠειρ 76/2006).

2) Καταλληλότητα του πλοίου 

α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 111 ΚΙΝΔ ο εκναυλωτής είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το πλοίο κατάλληλο προς πλουν και προς διατήρηση του φορτίου. Το ελάττωμα του πλοίου, που προξενεί την ακαταλληλότητά του προς πλου είναι δυνατόν να οφείλεται σε διάφορες αιτίες, όπως στην έλλειψη των καταλλήλων οργάνων πλεύσεως ή τηλεπικοινωνίας, στην κανονική σύνθεση του πληρώματος κ.λπ., συνεπεία των οποίων επιβάλλεται στο πλοίο διοικητική απαγόρευση απόπλου, ή συνεχίσεως του πλου του.

β) Η παροχή πλοίου ικανού προς θαλασσοπλοΐα και κατάλληλου για την διενέργεια της συμφωνημένης μεταφοράς (άρθρο 111 ΚΙΝΔ) αποτελεί την κύρια υποχρέωση του εκναυλωτή, που υπέχει και άλλες ειδικότερες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η διενέργεια της φορτώσεως και της στοιβασίας των προς μεταφορά πραγμάτων (άρθρο 112 περ. β` ΚΙΝΔ), η διενέργεια του πλου με τήρηση της συμφωνημένης πορείας (άρθρο 126 ΚΙΝΔ), η διενέργεια της εκφόρτωσης και η του φορτίου στο νομιμοποιούμενο παραλήπτη (άρθρα 127 περ. β` και 130 ΚΙΝΔ), καθώς και, επί ολικής ναυλώσεως, η μη παραλαβή φορτίου από άλλους, πλην του χρονοναυλωτή, φορτωτές (άρθρο 115 εδ. α ΚΙΝΔ) και αν ακόμη το φορτίο του πρώτου δεν καταλαμβάνει ολόκληρο το χώρο του.

γ) Το πιστοποιητικό πλωιμότητας του πλοίου παρέχει απλά μαχητό τεκμήριο περί του ότι το πλοίο είναι κατάλληλο προς πλου, συνεπώς κατά του πιστοποιητικού  χωρεί ανταπόδειξη, πράγμα που σημαίνει ότι ο ναυλωτής μπορεί να αποδείξει την ακαταλληλότητα του πλοίου και συνακόλουθα την μη εκτέλεση της συμβατικής υποχρεώσεως του εκναυλωτή, δηλαδή την μη εκτέλεση της αναληφθείσης μεταφοράς μέχρι παραδόσεως του φορτίου στον παραλήπτη, σύμφωνα με τους ορισμούς του ανωτέρω άρθρου 111 ΚΙΝΔ (ΜονΠρΠειρ 1356/2022).

3) Το Ναυτικό πταίσμα

α) Στο άρθρο 138 ΚΙΝΔ ορίζεται ότι «Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ’ αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαϊάς ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα».

β) Σύμφωνα με την διάταξη το πταίσμα, διακρίνεται σε ναυτικό και διοικητικό (εμπορικό). Ο εκναυλωτής (θαλάσσιος μεταφορέας) δεν ευθύνεται για το ναυτικό πταίσμα, για το πταίσμα δηλαδή περί την διακυβέρνηση, ή τον χειρισμό του πλοίου από τους προστηθέντες αυτού, δηλαδή για πράξεις που ανάγονται στις ειδικές τεχνικές γνώσεις και ικανότητες προς διακυβέρνηση και χειρισμό του πλοίου, κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης, οι οποίες ενεργούνται προς το συμφέρον του πλοίου.

γ) Ευθύνη φέρει ο εκναυλωτής μόνον όταν υφίσταται ίδιον αυτού πταίσμα, καθώς, επίσης, και σε περίπτωση διαχειριστικού ή διοικητικού (εμπορικού) πταίσματος του πλοιάρχου, δηλαδή για πράξεις που βλάπτεται μόνο το συμφέρον του ενδιαφερόμενου επί του φορτίου, το οποίο καλύπτει ο εκναυλωτής με την ευθύνη του (ΕφΠειρ 76/2006,  ΜονΕφΠειρ 113/2019,  ΕφΠειρ 142/2012, (ΜονΕφΠειρ 187/2021).

γ) Επίσης με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημιές, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά, και μόνον όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δικό του προσωπικό πταίσμα αναβιώνει η ευθύνη του.  Πταίσμα του πλοιάρχου, του πληρώματος και γενικά των προσώπων που έχουν προστηθεί από τον μεταφορέα, δεν αρκεί για την θεμελίωση της ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, αλλά απαιτείται «ίδιον», δηλαδή προσωπικό, πταίσμα του ή, εφ όσον πρόκειται για εταιρεία, των προσώπων που την εκπροσωπούν ή ασκούν τη διοίκησή της, αφού η ως άνω διάταξη απαλλάσσει στη συγκεκριμένη περίπτωση τον μεταφορέα από την ευθύνη για το πταίσμα των προστηθέντων του. Για τον λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι με τη διάταξη αυτή εισάγεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του μεταφορέα, για την έλλειψη ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη προσωπικού πταίσματος αυτού και, συνεπώς, ο μεταφορέας για να απαλλαγεί από την ευθύνη, αρκεί να αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά, ενώ ο αντίδικός του που ζημιώθηκε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, αποδεικνύοντας ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του μεταφορέα (ΕφΠειρ 835/2010, ΕφΠειρ 447/2005, ΑΠ 504/2003, ΜονΠρΠειρ 995/2019, (ΕφΠειρ 142/2012, ΕφΠειρ 543/2010, ΜονΕφΠειρ 187/2021, ΜονΠρΠειρ 1356/2022).

4) Φόρτωση στο κατάστρωμα

Σύμφωνα με το άρθρο 114 ΚΙΝΔ «Ο εκναυλωτής δεν δικαιούται να τοποθετή τα μεταφερόμενα πράγματα επί του καταστρώματος». Προκειμένου να εξαιρεθεί το φορτίο καταστρώματος από το πεδίο εφαρμογής του ΚΙΝΔ πρέπει, αφ ενός το φορτίο να έχει δηλωθεί στη σύμβαση μεταφοράς ότι θα μεταφερθεί στο κατάστρωμα και αφ ετέρου να μεταφέρεται πράγματι στο κατάστρωμα χωρίς να αρκεί η ρήτρα στο ναυλοσύμφωνο για την φόρτωση και μεταφορά του φορτίου στο κατάστρωμα, αλλά επιπρόσθετα χρειάζεται και σημείωση στο ναυλοσύμφωνο ότι τα πράγματα φορτώθηκαν και μεταφέρονται πράγματι στο κατάστρωμα. Αν λείπει μία από τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται (ΠολΠρΠειρ 2154/20200).

5) Έγγραφη Διαμαρτυρία – Επιφυλάξεις

α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 146 ΚΙΝΔ « Η υπό του ως παραλήπτου νομιμοποιουμένου παραλαβή των μεταφερομένων πραγμάτων άνευ επιφυλάξεως δημιουργεί τεκμήριον, ότι τα πράγματα παρελήφθησαν ως εν τη φορτωτική αναγράφονται. Η επιφύλαξις γίνεται το βραδύτερον κατά την παραλαβήν των πραγμάτων, δι ' εγγράφου δηλώσεως απευθυνομένης προς τον εκναυλωτήν ή τον εν τω λιμένι εκφορτώσεως αντιπρόσωπον αυτού ή τον πλοίαρχον. Εάν αι απώλειαι ή ζημίαι δεν είναι καταφανείς, η επιφύλαξις δύναται να γίνη εντός τριών ημερών από της παραλαβής». Σύμφωνα δε με το άρθρο 147 ΚΙΝΔ « Η επιφύλαξις περιττεύει εάν κατά την παραλαβήν, η κατάστασις των μεταφερθέντων πραγμάτων διεπιστώθη είτε υπό των μερών είτε υπό πραγματογνωμόνων. Οι πραγματογνώμονες, εις ή τρεις, διορίζονται υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών του τόπου της παραλαβής των πραγμάτων και αποφαίνονται επί της καταστάσεως αυτών ως και της εκτάσεως και των αιτίων της ζημίας. Ο αιτούμενος την διενέργειαν της πραγματογνωμοσύνης οφείλει να κλητεύση, εφ' όσον είναι εφικτόν, το έτερον των μερών, όπως παραστή κατ' αυτήν».

β) Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο δικαιούχος του φορτίου παραλαμβάνοντας τα πράγματα από το μεταφορέα στον τόπο προορισμού  οφείλει να τα εξετάσει και, εφ όσον διαπιστώσει ότι η κατάστασή τους δεν είναι καλή, πρέπει πριν, ή κατά τον χρόνο παραλαβής, να υποβάλει έγγραφη δήλωση στον μεταφορέα, ή τον αντιπρόσωπό του, για την απώλεια ή την βλάβη τους και την έκταση της ζημίας που υπέστησαν. Αν η βλάβη δεν είναι εμφανής, ο παραλήπτης υποχρεούται να υποβάλει την δήλωσή του μέσα σε τρεις ημέρες από την παραλαβή, ενώ παρέχεται στον παραλήπτη των πραγμάτων τριήμερη προθεσμία, λαμβάνοντας υπ όψιν ότι, συνήθως, οι ζημίες δεν μπορούν να διαγνωσθούν παρά μόνο όταν ανοιχθούν τα δέματα, τα κιβώτια, ή τα εμπορευματοκιβώτια, στα οποία είναι συσκευασμένα τα πράγματα που μεταφέρθηκαν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν απαιτείται γραπτή δήλωση αν η κατάσταση πραγμάτων αποτέλεσε αντικείμενο κοινής επιθεωρήσεως ή εξετάσεως.

γ) Σύμφωνα με το πνεύμα των διατάξεων πριν ή κατά την παραλαβή των πραγμάτων, ή μέσα σε τρεις ημέρες από την παραλαβή των πραγμάτων, αν η ζημία δεν είναι εμφανής, ο παραλήπτης μπορεί να καλέσει το μεταφορέα για να παραστεί κατά την επιθεώρηση ή εξέταση των πραγμάτων, σε περίπτωση δε που αυτός, αν και προσκλήθηκε, δεν παρέστη κατά την εξέταση τούτων, η δήλωση του παραλήπτη για την κακή κατάσταση αυτών αποτελεί τεκμήριο σε βάρος του μεταφορέα, ευθυνόμενου έτσι μετά απ’ αυτό του μεταφορέα.

δ) Το βάρος του δικαιούχου του φορτίου να προβεί στην ως άνω έγγραφη δήλωση μπορεί να οδηγήσει, κατά περίπτωση, σε δύο τεκμήρια. Αν ο παραλήπτης του φορτίου δεν κάνει δήλωση, ή όταν η έγγραφη δήλωση υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, ή ακόμη και όταν η γενόμενη επιφύλαξη διατυπώθηκε με γενικότητες, χωρίς να περιγράφεται με σαφήνεια η συγκεκριμένη ζημία, τεκμαίρεται ότι παρέλαβε τα πράγματα χωρίς ζημία,  δηλαδή ότι ο μεταφορέας εκτέλεσε προσηκόντως την μεταφορά και παρέδωσε τα πράγματα χωρίς βλάβη ή μερική απώλεια, επομένως δε το τεκμήριο αυτό είναι υπέρ του μεταφορέα και σε βάρος του παραλήπτη. Αν αντίθετα, η δήλωση έγινε, τεκμαίρεται, κατ’ αντιδιαστολή, ότι ο δικαιούχος παρέλαβε τα πράγματα στην κατάσταση που περιγράφεται στη δήλωση, τότε δε το τεκμήριο είναι υπέρ του παραλήπτη και σε βάρος του μεταφορέα (ΕφΠειρ 583/2013, ΜονΠρΠειρ 2726/2020) .

6) Η αποζημίωση του δικαιούχου

α) Κατά την διάταξη του άρθρου 139 ΚΙΝΔ, εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή,   σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 134 ΚΙΝΔ για ολική ή μερική απώλεια των μεταφερθέντων διά θαλάσσης πραγμάτων, ο εκναυλωτής υποχρεούται να αποζημιώσει τον δικαιούχο αυτών, δηλαδή να αποκαταστήσει την αξία που είχαν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποιότητας στο λιμάνι προορισμού των, δηλαδή στο λιμάνι εκφορτώσεώς των από το πλοίο, κατά το χρόνο ενάρξεως της εκφορτώσεώς των από αυτό.

β) Το άρθρο 141 ΚΙΝΔ ορίζει ότι η εκ μέρους του εκναυλωτή οφειλόμενη αποζημίωση για βλάβη ή απώλεια του φορτίου δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό, που ορίζεται εκάστοτε με διάταγμα κατά δέμα ή κατά μονάδα, εκτός αν συμφωνήθηκε μεγαλύτερο ποσό ή αν η φύση και η αξία των φορτωθέντων πραγμάτων δηλώθηκαν από τον φορτωτή πριν από την φόρτωση, η δε δήλωση έγινε εγγράφως.

γ) Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής εκδόθηκε και ισχύει το π.δ. 425/1995, με το οποίο έχει οριστεί το ανώτατο ποσό αποζημίωσης για απώλεια ή βλάβη φορτίου σε 250.000 δρχ. και ήδη 733,68 ευρώ κατά μονάδα ή δέμα. Ως δέμα νοείται μια συσκευασία αυθυπόστατη, που περιέχει ένα ή περισσότερα αντικείμενα, η οποία (συσκευασία) καθιστά αδύνατη τη διακρίβωση του περιεχομένου της με εξωτερική επισκόπηση και θεώρηση. Συνέπειες του χαρακτηρισμού τούτου είναι, αφ ενός μεν ότι το δέμα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονάδα υπολογισμού για φορτία, που μεταφέρονται χύδην, αφ ετέρου δε ότι ως δέμα δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικείμενο μεμονωμένο, που μεταφέρεται χωρίς συσκευασία (ΑΠ 884/2005, ΜονΕφΘεσ 1241/2019, ΕφΠειρ 76/2006, ΜονΕφΠειρ 187/2021).

7) Συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης

Τα περί του καθορισμού της αποζημίωσης του παραλήπτη και της ευθύνης του εκναυλωτή σε αποκατάσταση της αξίας των απωλεσθέντων πραγμάτων ισχύουν και επί συρροής αξιώσεων από αδικοπραξία και από σύμβαση, καθ όσον και η με βάση την αδικοπραξία αξίωση νοείται μόνο εντός των ορίων του συμβατικού πταίσματος, για να μη (άλλως) ματαιώνεται το εκ των προτέρων καθορισμένο όριο ευθύνης με την επιλογή της αγωγής με βάση την αδικοπραξία. Επομένως, οι προϋποθέσεις υπολογισμού της ζημίας και το είδος αυτής δεν είναι άλλες από αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 140 ΚΙΝΔ, σύμφωνα με τις οποίες, εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή για ολική ή μερική απώλεια των πραγμάτων, η αποζημίωση την οποία οφείλει στην περίπτωση συμβατικής ευθύνης είναι ίση με την αξία που έχουν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποσότητας στον τόπο του προορισμού, ήτοι τον τόπο εκφόρτωσης (ΑΠ 1307/2006, ΑΠ 504/2003, ΕφΠειρ 738/2009, ΕφΠειρ 76/2006, ΕφΠειρ 286/2004, ΜονΠρΠειρ 1356/2022)

γ) Κατά την κρατούσα άποψη, η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του εκναυλωτή- θαλάσσιου μεταφορέα και των προστηθέντων αυτού οργάνων. Ως εκ τούτου η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη παράνομη και υπαίτια χωρίς την ύπαρξη της σύμβασης ναύλωσης-θαλάσσιας μεταφοράς, μη υφισταμένης συνεπώς αδικοπραξίας εν προκειμένω (ΕφΠειρ 76/2006, ΜονΠρΠειρ 995/2019, ΕφΠειρ 738/2009, ΕφΠειρ 76/2006, ΜονΕφΠειρ 187/2021).

8) Αξίωση από αδικοπραξία

α) Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξίωσης από την σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς την συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο κατά το άρθρο 914 Α.Κ. επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε προσβολή του προσώπου ή των προστατευόμενων έννομων αγαθών (υλικών ή ηθικών) του άλλου (ΑΠ 1636/2018,  ΑΠ 1424/2017). Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αποκτά συρροή αξιώσεων, την καθεμία από τις οποίες μπορεί να επιλέξει, ή να τις ασκήσει και παραλλήλως, μία, όμως, φορά θα αποζημιωθεί, σε τρόπο ώστε, αν ικανοποιηθεί πλήρως βάσει της μιας ευθύνης, να μην μπορεί να ζητήσει ικανοποίηση βάσει της άλλης, εκτός αν αυτή έχει αντικείμενο αποζημιώσεως μεγαλύτερο από εκείνη, οπότε σώζεται ως προς το επιπλέον (ΑΠ 345/2018., ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 1500/2014).

β) Ειδικότερα, η συνηθέστερη περίπτωση, κατά την οποία αντιμετωπίζεται συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης του εκναυλωτή θαλάσσιου μεταφορέα είναι η απώλεια ή βλάβη των μεταφερόμενων πραγμάτων. Η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων δια την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του εκναυλωτή και των προστηθέντων υπ’ αυτού οργάνων (πλοιάρχου και πληρώματος του πλοίου) και, συνεπώς, η συμπεριφορά αυτή δεν δύναται να χαρακτηρισθή ως πράξη (ή παράλειψη) παράνομος και υπαιτία, άνευ υπάρξεως συμβάσεως ναυλώσεως – θαλάσσιας μεταφοράς, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται εξ αυτού του λόγου αδικοπραξία (ΜονΕφΠειρ 545/2020,   ΕφΠειρ 223/2013, ΕφΠειρ 142/2012, ΜονΕφΠειρ 187/2021).

9) Παραγραφή

α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 148 ΚΙΝΔ«Το δικαίωμα προς αποζημίωσιν δια μερικήν απώλειαν ή ζημίας των φορτωθέντων πραγμάτων αποσβέννυται μετά παρέλευσιν έτους από της παραλαβής αυτών.

Με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει από την παράδοση των πραγμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί.

β) Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 107 ΕμπΝ. Κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από ζημία (καθυστέρηση, βλάβη, ή απώλεια) του φορτίου κατά την μεταφορά του υπόκειται σε ετήσια παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη) που αρχίζει από την παράδοση του φορτίου, ή από την ημέρα που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.