Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. α  της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών της 25-8-1924 «για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές» (Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ) «ούτε ο μεταφορέας ούτε το πλοίο ευθύνονται για απώλεια ή ζημία που προέρχεται ή προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ή αμέλεια του πλοιάρχου, ναυτικού, πλοηγού ή προστηθέντος από τον μεταφορέα, σχετικά με την διακυβέρνηση ή τον χειρισμό του πλοίου».

α) Σύμφωνα με την διάταξη το πταίσμα, διακρίνεται σε ναυτικό και διοικητικό (εμπορικό). Ο εκναυλωτής (θαλάσσιος μεταφορέας) δεν ευθύνεται για το ναυτικό πταίσμα, για το πταίσμα δηλαδή περί την διακυβέρνηση, ή τον χειρισμό του πλοίου από τους προστηθέντες αυτού, δηλαδή για πράξεις που ανάγονται στις ειδικές τεχνικές γνώσεις και ικανότητες προς διακυβέρνηση και χειρισμό του πλοίου, κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης, οι οποίες ενεργούνται προς το συμφέρον του πλοίου.

β) Ευθύνη φέρει ο εκναυλωτής μόνον όταν υφίσταται ίδιον αυτού πταίσμα, καθώς, επίσης, και σε περίπτωση διαχειριστικού ή διοικητικού (εμπορικού) πταίσματος του πλοιάρχου, δηλαδή για πράξεις που βλάπτεται μόνο το συμφέρον του ενδιαφερόμενου επί του φορτίου, το οποίο καλύπτει ο εκναυλωτής με την ευθύνη του (ΜονΕφΠειρ 113/2019,  ΕφΠειρ 142/2012, (ΜονΕφΠειρ 187/2021).

Σημείωση

Οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ εφαρμόζονται, α) σε όλες τις θαλάσσιες μεταφορές, που εκτελούνται με φορτωτική και οι λιμένες φορτώσεως και εκφορτώσεως ανήκουν σε διαφορετικά κράτη και β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων, είτε εκδόθηκε φορτωτική, είτε όχι.

Β. Σύμφωνα με το άρθρο 138 ΚΙΝΔ «Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ’ αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαϊάς ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα». 

Σημείωση

Οι διατάξεις περί ναυλώσεως του ΚΙΝΔ εφαρμόζονται στις περιπτώσεις, που δεν έχει εκδοθεί φορτωτική, αλλά έχει καταρτιστεί ναύλωση, που διέπεται μόνο από ναυλοσύμφωνο, ή έχει εκδοθεί δελτίο θαλάσσιας μεταφοράς, ή εισιτήριο οχήματος.

Γ. Γενικά, η ευθύνη του εκναυλωτή αποτελεί τον κανόνα, η δε μη ευθύνη για το ναυτικό πταίσμα την εξαίρεση. Πράξεις δε ή παραλείψεις σχετικά με τη διακυβέρνηση ή το χειρισμό του πλοίου είναι εκείνες που ανάγονται στις ειδικές τεχνικές γνώσεις και ικανότητες προς διακυβέρνηση και χειρισμό κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης και οι οποίες ενεργούνται προς το συμφέρον του πλοίου. Ενδεικτικά αναφέρονται οι αναγόμενες στον καθορισμό της πορείας του πλοίου (ενόψει των οριζομένου στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς αλλά και των υπαγορευόμενων από τις συνθήκες περιστάσεων, στην επινόηση και εκτέλεση των ενδεικνυομένων ελιγμών του πλοίου, στη μελέτη του χάρτη, στη γνώση των μετεωρολογικών ειδήσεων, στην είσοδο ή την έξοδο του πλοίου από τους λιμένες, τη διάβαση διαύλου, την ορθή επισήμανση των φάρων και φανών, την δέουσα εκτίμηση εκραγείσας πυρκαγιάς, την αντιμετώπιση κακοκαιρίας, ομίχλης, αβαθών υδάτων, στην πλεύση την προώθηση και γενικότερα στην κίνηση του πλοίου. Αντίθετα, σε περίπτωση διοικητικού ή εμπορικού πταίσματος του πλοιάρχου, ή του πληρώματος, βλάπτεται μόνον το συμφέρον του ενδιαφερομένου επί του φορτίου, το οποίο καλύπτει ο εκναυλωτής δια της ευθύνης του (ΜονΠρΠειρ 3547/ 20190).