Σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών της 25-8-1924 «για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές», όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του από 23-2-1968 Πρωτοκόλλου των Βρυξελλών και το άρθρο 4β προστέθηκε με το άρθρο 3 του ως άνω Πρωτοκόλλου (Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ), στο άρθρο 1 περ. γ των Κανόνων, ο όρος «πράγματα» περιλαμβάνει «πράγματα, αντικείμενα, εμπορεύματα και είδη οποιασδήποτε φύσεως, με εξαίρεση τα ζωντανά ζώα, καθώς και φορτίο που έχει δηλωθεί στη σύμβαση μεταφοράς σαν φορτίο καταστρώματος και πράγματι μεταφέρεται έτσι».

Α. Προκειμένου να εξαιρεθεί το φορτίο καταστρώματος από το πεδίο εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης πρέπει, αφ ενός το φορτίο να έχει δηλωθεί στη σύμβαση μεταφοράς ότι θα μεταφερθεί στο κατάστρωμα και αφ ετέρου να μεταφέρεται πράγματι στο κατάστρωμα χωρίς να αρκεί η ρήτρα στη φορτωτική για τη φόρτωση και μεταφορά του φορτίου στο κατάστρωμα, αλλά επιπρόσθετα χρειάζεται και σημείωση στη φορτωτική ότι τα πράγματα φορτώθηκαν και μεταφέρονται πράγματι στο κατάστρωμα. Αν λείπει μία από τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής οι Κανόνες .

Β. Σε περίπτωση που οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν πληρούνται σωρευτικά, τότε η εν λόγω μεταφορά διέπεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο, και με βάση το δίκαιο αυτό θα κριθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα, καθώς και η εγκυρότητα τυχόν απαλλακτικών ρητρών. Εάν εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό, τότε η μεταφορά θα διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 114, 134 επ. και 143 παρ. 2 περ. α’ ΚΙΝΔ (ΠολΠρΠειρ 2154/2020).