Για την κατάρτιση της σύμβασης μεταφοράς απαιτείται η σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών για τον προσδιορισμό του τόπου αναχώρησης και προορισμού.

Αυτή η βούληση πρέπει να εκφράζεται με το έγγραφο της μεταφοράς (ηλεκτρονικό ή µη), το οποίο εκδίδεται προς απόδειξη της σύμβασης μεταφοράς, ανεξάρτητα αν μεσολάβησαν περιστατικά κατά την εκτέλεση της μεταφοράς που οδήγησαν τον μεταφορέα σε παρέκκλιση από τα συμφωνηθέντα.

Συνήθεις όροι συμβολαίου

  1. Το αντικείμενο μεταφοράς.
  2. Η συμβατική περίοδος παροχής υπηρεσιών από τον μεταφορέα
  3. Η τιμολόγηση και οι πληρωμές
  4. Μετρήσεις και δοκιμές του εμπορεύματος
  5. Η κυριότητα του εμπορεύματος
  6. Η ευθύνη των συμβαλλομένων μερών
  7. Περιπτώσεις ανωτέρας βίας
  8. Εγγυητική επιστολή
  9. Θέματα υποκατάστασης των συμβαλλομένων
  10. Η λύση και καταγγελία της σύμβασης
  11. Τυχόν υποχρέωση εχεμύθειας
  12. Το εφαρμοστέο δίκαιο για την επίλυση των διαφορών

ΕΚΔΟΣΗ ΦΟΡΤΩΤΙΚΗΣ

Για την μεταφορά του εμπορεύματος συντάσσεται «σύμβαση μεταφοράς» και το εμπόρευμα ταξιδεύει με «φορτωτική».

Σε μικρές αποστολές δεν συντάσσεται «σύμβαση μεταφοράς» παρά μόνο «φορτωτική», η οποία επέχει θέσει σύμβασης μεταφοράς.

Στην φορτωτική  κυρίως, αναγράφονται.

α. Το όνομα και η διεύθυνση του αποστολέα

β. Η φύση και το βάρος του εμπορεύματος

γ. Ο τόπος και η ημερομηνία παραλαβής των εμπορευμάτων

δ. Ο τόπος παράδοσης των εμπορευμάτων

ε. Το δρομολόγιο που θα ακολουθηθεί, ή, η απόσταση που θα διανυθεί.

στ. Τα σημεία διέλευσης των συνόρων, όπου είναι αναγκαίο

ζ. Οι σταθμοί φόρτωσης και εκφόρτωσης

η. Κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο για την εκτέλεση της μεταφοράς.

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

Η ασφάλιση κατά κινδύνων μεταφοράς είναι μια σύμβαση μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του ασφαλισμένου, με την οποία η πρώτη υποχρεούται να αποζημιώσει τις πραγματικές ζημιές, ή απώλειες των ασφαλιζομένων εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους, έναντι ασφαλίστρου που καταβάλλεται από τον ασφαλιζόμενο στην ασφαλιστική εταιρία και το οποίο έχει συμφωνηθεί πριν την έναρξη της μεταφοράς.

Η ασφάλιση βασίζεται σε δύο βασικές αρχές, στο έννομο συμφέρον και την καλή πίστη.

Έννομο συμφέρον για ασφάλιση, έχει ο πωλητής, ο αγοραστής και ο δικαιούχος δηλαδή όποιος έχει την αξίωση να αποζημιωθεί σε περίπτωση βλάβης ή απώλειας του εμπορεύματος. Εάν δεν αποδεικνύεται τέτοια σχέση, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι άκυρο.

Η καλή πίστη (Utmost Good Faith) απαιτεί από τον συμβαλλόμενο να μη ζητήσει την κάλυψη του κινδύνου όταν γνωρίζει ότι έχει επέλθει ήδη ο κίνδυνος.

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια μεταφοράς εμπορευμάτων περιέχουν όρους (ρήτρες) που συμφωνούνται μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου.

Ανάλογα με την φύση και τον βαθμό των κινδύνων, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters), έχουν δημιουργηθεί τρεις κατηγορίες ρητρών (Ιnstitute Cargo Clauses, ή ICC)

α. Institute Cargo Clauses (A)

β. Institute Cargo Clauses (B)

γ. Institute Cargo Clauses (C)

Το ποιος έχει υποχρέωση ασφάλισης του μεταφερομένου εμπορεύματος, θα μας το πουν οι όροι «Incoterms».

Eίναι κωδικοποιημένοι εμπορικοί όροι, που έχει θεσπίσει το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (International Chamber of Commerce, ή ICC) και αφορούν την μεταφορά των εμπορευμάτων. Σήμερα ισχύει η έκδοση 2010   Τα νέα Incoterms 2020 αναμένεται να δημοσιευθούν το τελευταίο τρίμηνο του 2019 και θα τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2020.

ΜΕΤΕΧΟΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ  

Α. Σε κάθε μεταφορά εμπορεύματος συμμετέχουν τρία βασικά πρόσωπα.

α) ο αποστολέας, ή φορτωτής.

β) ο μεταφορέας, που διαθέτει το μεταφορικό μέσο και εκτελεί στην πραγματικότητα το έργο της μεταφοράς και

γ) ο παραλήπτης, ή αγοραστής.

Β. Σε πολλές περιπτώσεις συμμετέχει και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς (άλλως διαμεταφορέας) αναλαμβάνει, ενεργώντας στο δικό του όνομα την εκτέλεση της μεταφοράς για λογαριασμό του αποστολέα. Ειδικότερα επιφορτίζεται με την ανεύρεση του μεταφορέα, με τον οποίο καταρτίζει «επ' ονόματί του» την σύμβαση μεταφοράς και από τον οποίο διαφέρει κατά το ότι ο μεταφορέας ενεργεί ο ίδιος τη μεταφορά.

ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΩΝ  ΜΕΤΑΦΟΡΕΩΝ

α)  Όταν έχουμε μία σύμβαση μεταφοράς, απέναντι στον δικαιούχο του φορτίου ευθύνονται όλοι οι εμπλεκόμενοι μεταφορείς, ή/και διαμεταφορείς, από τον πρώτο μεταφορέα /ή και διαμεταφορέα/ μέχρι τον τελευταίο, σε ολόκληρο.

Αυτό σημαίνει ότι δικαιούχος του φορτίου μπορεί να στραφεί εναντίον όποιου θέλει, με όποια σειρά θέλει. Στην συνέχεια καθένας που κατέβαλε την αποζημίωση δύναται αναγωγικά να στραφεί κατά του υπαιτίου της ζημίας του φορτίου, προς ανάκτηση της αποζημίωσης που κατέβαλε.

β) Αν έχουμε πάνω από μια σύμβαση μεταφοράς, δεν έχουμε ενιαία μεταφορά, οπότε η ευθύνη και οι προϋποθέσεις αποζημίωσης του δικαιούχου του φορτίου εξαρτάται από τα χέρια του μεταφορέα, που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και μόνο αυτός είναι υπεύθυνος σε αποζημίωση, και όχι οι προηγούμενοι, ή επόμενοι  μεταφορείς.

γ) Δικαιούχος του φορτίου δεν είναι πάντα ο παραλήπτης.

Συνήθως είναι ο παραλήπτης, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο. Μπορεί να είναι και ο πωλητής, ή τρίτος.

Εδώ θα λειτουργήσουν οι ερμηνευτικοί κανόνες του διεθνούς εμπορίου, που τους ονομάζουμε  «Incoterms», σε συνδυασμό με το άρθρο  978 του ΑΚ, το οποίο ορίζει, τον τρόπο μετάθεσης της νομής/κυριότητας των πωλουμένων. 

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

α) ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΔΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Εφαρμόζονται τα άρθρα 95-107 Εμπορικού Νόμου και συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ (για την μίσθωση έργου) και 334 ΑΚ (για την ευθύνη πταίσματος προστηθέντος).

β) ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΔΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Εφαρμόζεται η Διεθνής Σύμβαση «Convention on the Contract for the International Carriage of Goods by Road» άλλως «Σύμβαση CMR» που υπεγράφη στις 19-5-1956 στην Γενεύη και κυρώθηκε με τον ν. 559/1977, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το πρωτόκολλο της Γενεύης της 5.7.1978, που κυρώθηκε με το ν. 1533/85.