Από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 ΠΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου, δεν θεωρείται εκείνος που ασκεί απλώς την επί του αυτοκινήτου φυσική εξουσία, αλλά εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο ως κύριος ή επικαρπωτής, ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου δυνάμει σύμβασης με τον κύριο λ.χ. μίσθωσης,  χρησιδανείου κλπ.

Κάτοχος κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, καθίσταται κανείς, όχι μόνο με νόμιμο τρόπο (με σύμβαση), αλλά και με παράνομο τρόπο (αυτογνώμων κατάληψη).

Σε κάθε περίπτωση κριτήριο αποτελεί το στοιχείο της εκμετάλλευσης, υπό την έννοια της συγκομιδής από την λειτουργία του αυτοκινήτου οικονομικού οφέλους, είτε από τη μορφή κέρδους, είτε υπό μορφή εξυπηρέτησης διαφόρων αναγκών του κατόχου (ΟλΑΠ 3/1987,  (ΑΠ 681/2014).

Δεν αποβάλλει την ιδιότητα του κατόχου, εκείνος ο οποίος παραχωρεί, ή επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσωπο για μικρό χρόνο, ή για ένα ταξίδι, χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερης σύμβασης σχετικά με την μεταβίβαση της κατοχής.

Αν όμως η παραχώρηση είναι για μεγάλο διάστημα, ή για αόριστο χρόνο, έναντι ανάληψης από τον τρίτο των εξόδων συντήρησης και λειτουργίας του αυτοκινήτου, τότε κάτοχος καθίσταται ο τελευταίος (ΑΠ 211/2012, ΑΠ 681/2014).   

Για να  υπάρξει «αυτογνώμων κατάληψη» απαιτείται γνώση από την πλευρά του δράστη ότι καταλαμβάνει το αυτοκίνητο χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη γνώση του κυρίου, ή του προσώπου που δικαιούται να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο. Συνήθως η έννοια αυτή συγκροτείται με αξιόποινη πράξη, όπως κλοπή, κλοπή χρήσης, υπεξαίρεση κλπ, αλλά είναι δυνατόν να μην εμφανίζει και ποινική απαξία (ΑΠ 681/2014).  

Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, που δεν είναι και κάτοχος αυτού, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου. Η σχετική ένσταση είναι προσωποπαγής και προβάλλεται μόνο κατά του ζημιωθέντος τρίτου και όχι κατά του εξ αναγωγής συνοφειλέτη (ΑΠ 306/2005).