Από τις διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 εδ. α ΠΚ προκύπτει ότι, για την ευθύνη από αμέλεια μη συνειδητή στις περιπτώσεις της ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης σε τροχαίο ατύχημα, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ ενός ότι ο οδηγός δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και αφ ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την πράξη, ή την παράλειψή του.

Έλλειψη της απαιτουμένης ειδικώς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστό από το καθένα από αυτό.

Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ (ΑΠ 1215/2016).