Από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 671 παρ. 3 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την εκδίκαση των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα,  προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά ιδιάζουσες, γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα, ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 847/2007, ΑΠ 1812/2006). Ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης υφίσταται όταν υπάρχει περίπτωση σοβαρού τραυματισμού, με τον οποίο συνδέονται υψηλά αγωγικά κονδύλια (ΜονΠρΘεσ 108/2014).