Από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.4 και 5 ΚΟΚ προκύπτει ότι, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει στον κόμβο κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία τούτου, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. Στους χωρίς σήμανση κόμβους η προτεραιότητα ανήκει στον από δεξιά ερχόμενο. Με το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα δίνεται η έννοια των όρων που χρησιμοποιούνται στον κώδικα αυτόν. Έτσι, ισόπεδος οδικός κόμβος είναι και η διασταύρωση οδών. Παραχώρηση προτεραιότητας είναι η υποχρέωση εκείνου, που οδηγεί όχημα, να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση, εάν με αυτόν τον τρόπο θα υποχρέωνε τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλουν απότομα την ταχύτητα των οχημάτων τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει με σαφήνεια ότι σε χωρίς σήμανση ισόπεδο κόμβο (διασταύρωση οδών) η προτεραιότητα ανήκει στον από δεξιά ερχόμενο, ο δε από αριστερά ερχόμενος οφείλει να διακόψει την ταχύτητα του οχήματος του για να διέλθει ο άλλος, ο οποίος, όταν έχει κανονική ταχύτητα, δεν πρέπει να υποχρεωθεί να την μεταβάλει απότομα με πέδηση. Αν και οι δύο οδηγοί τηρήσουν αυτές τις υποχρεώσεις, δεν θα προκληθεί λογικά κίνδυνος στον οδικό κόμβο.

Δεν ορίζεται, ούτε από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ, ούτε από άλλη διάταξη, ότι η προτεραιότητα σε ισόπεδο οδικό κόμβο ανήκει σε εκείνον που εισέρχεται πρώτος σε αυτόν, που θα ισοδυναμούσε με «αγώνα δρόμου», αφού εκείνος που θα είχε μεγαλύτερη ταχύτητα, θα εισερχόταν κατά κανόνα πρώτος στη διασταύρωση.

Τούτο θα σήμαινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 26 ΚΟΚ θα ήταν σχεδόν περιττές και η προτεραιότητα θα είχε άλλη έννοια από εκείνη που σαφώς δίνει ο κώδικας αυτός, για αυτό και η άποψη ότι η προτεραιότητα σε διασταύρωση ανήκει σε εκείνον που εισέρχεται πρώτος σε αυτήν δεν είναι σύμφωνη με τον ΚΟΚ.

Αν ο από δεξιά ερχόμενος έχει υπερβολική ταχύτητα (άρθρο 19, 20 ΚΟΚ), τότε υπάρχει ενδεχομένως υπαιτιότητα και αυτού, το ποσοστό της οποίας θα κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και μπορεί να φθάσει μέχρι την μη επιδίκαση αποζημίωσης (ΕφΘεσ. 2337/199, ΕφΠειρ 172/2010).