Ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται, τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών, όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (ΕφΠατρ 187/2005, ΜονΠρΑθ139/2013).

Για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας. Δηλαδή της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για κάποιο λόγο. Η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΕφΑθ 138/2006).

Ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφ όσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει, δηλαδή δεν προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος, ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολιμμάτων. Στην περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων, ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού (ΜονΠρΑθ139/2013).