Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 ν.489/1976 «περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.  Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 4 ν. 3557/2007, που ισχύει από τις 14-5-2007, μετά το άρθρο 6 του πδ 237/1986 προστέθηκαν δύο νέα άρθρα, τα 6α και 6Βαπό τα οποία το δεύτερο αναφέρει: «1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)...., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε κατά την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος...., γ)...". 2) α)... β) Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο.»

Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 επ. ν. 2496/1997 και του άρθρου 6Β του π.δ 237/1986, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 ν.3557/2007, τούτου ισχύοντος από τις 14.05.2007, προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση που καλύπτει την αστική ευθύνη των ενεχομένων κατά νόμο για το ατύχημα προσώπων, καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο αυτό δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποδεικτικό. Αν δεν συνταχθεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία. Για την συντέλεση της συμβάσεως ασφαλίσεως απαιτείται πρόταση και αποδοχή της, που να καλύπτει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, και τις συμφωνημένες απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή. Η ολοκλήρωσή της επέρχεται συνήθως με την υπογραφή των συμβαλλομένων μερών.

Παρόμοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, που αφορά την οδήγηση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από οδηγό που τελεί σε μέθη, ή επίδραση τοξικών ουσιών, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. ν. 2496/1997 και του άρθρου 11 παρ. 1 ν. 489/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 361ΑΚ, μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει, όμως, σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν ότι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του. Η απαλλακτική αυτή ρήτρα δεσμεύει τον ασφαλισμένο ακόμη και αν αυτός δεν υπέγραψε τη σύμβαση ασφαλίσεως που την περιέχει, αρκεί να έλαβε γνώση αυτής και να την αποδέχθηκε (ΑΠ 426/2002, 843/2001, 588/2001). Η εν λόγω αποδοχή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, δηλαδή, να συνάγεται από διάφορες πράξεις του ασφαλισμένου, οι οποίες ενέχουν και συνιστούν αποδοχή εκ μέρους αυτού του ως άνω όρου, όπως η παραλαβή από αυτόν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου, η επικόλληση αυτών στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή (ΑΠ 1063/2007, 1491/2006).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει

α) ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών,

β) ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ν. 2696/1999, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει,

γ) για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης ή επίδρασης τοξικών ουσιών του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη, ή η χρήση τοξικών ουσιών, να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος,

δ) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών,  δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ν' αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αφού δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη από αυτόν της παράβασης του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους και

ε) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει την ως άνω ασφαλιστική αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο, από οδηγό που έχει υποπέσει στην παραπάνω  παράβαση του ασφαλιστικού βάρους δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, εφ όσον τον τελευταίο τον βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, όταν προξένησε το ατύχημα, π.χ. λόγω σχέσης μίσθωσης, σχέση πρόστησης κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ κ.λπ. (ΑΠ 1305/2013, ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1517/06, ΑΠ 1357/08, ΑΠ 1445/13).