Η ασφαλιστική εταιρία, σύμφωνα με το Π.Δ 237/1986, αναλαμβάνει να αποκαταστήσει την ζημία (υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες, θάνατο) που προκάλεσαν σε «τρίτους» ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος, ο οδηγός, ή ο προστηθείς στην οδήγηση, κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος. Απαιτείται να φέρουν υπαιτιότητα, ή συνυπαιτιότητα, στην πρόκληση του ατυχήματος.

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, δηλαδή κατ ελάχιστον αμέλεια,  το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Β. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Γ. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Δ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση, ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφ ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφ ετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ε. «Τρίτα» πρόσωπα στην υποχρεωτική σύμβαση ασφάλισης οχημάτων θεωρούνται α) Οι επιβαίνοντες στο όχημα που προκάλεσε το ατύχημα, β) Τα μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, οδηγού, ή προστηθέντος στην οδήγηση.  

Δεν θεωρούνται «τρίτοι»

α) Ο οδηγός του οχήματος που προξένησε τη ζημία

β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης.

γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση.

δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που είναι ασφαλισμένο το όχημα.

ΣΤ. H σύμβαση της υποχρεωτικής ασφάλισης οχήματος είναι ρητά σύμβαση ορισμένης διάρκειας. Η ασφάλιση ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Έχει ημερομηνία και ώρα έναρξης και ημερομηνία και ώρα λήξης, αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο. Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, ή σύναψη νέας ασφάλισης, επιτρέπεται μόνον, αφού προηγηθεί η καταβολή από τον ασφαλισμένο του ασφαλίστρου. Οι ασφαλιστικές απαγορεύεται να παραδίδουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, εάν προηγουμένως δεν έχουν εισπράξει το ασφάλιστρο. Το ασφαλιστήριο είναι το έγγραφο με το οποίο αποδεικνύεται η σύναψη της ασφάλισης. Σε περίπτωση που έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο, αλλά δεν έχει παραδοθεί το ασφαλιστήριο, η σύναψη της ασφάλισης αποδεικνύεται για τις (5) πρώτες ημέρες της κάλυψης από την απόδειξη πληρωμής του ασφαλίστρου.

Ζ. ΟΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ  

Τα όρια κάλυψης που υποχρεωτικά από το νόμο πρέπει να έχει κάθε ασφαλιστήριο υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτου μετά την 1-1-2017, σε περίπτωση σωματικής βλάβης, είναι 1.220.000 € ανά θύμα και σε περίπτωση υλικής ζημίας 1.220.000 € ανά ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων.

Η. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ 

Εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης,

α) Η αστική ευθύνη των προσώπων, που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή, ή βία,

β) Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο όχημα,

γ) Η αστική ευθύνη έναντι προσώπων, τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με όχημα, εφ όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα, ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης

Θ. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ

α) Όταν το όχημα ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του, ή ωθεί άλλο όχημα, ή αντικείμενο που κινείται σε τροχούς, ή ρυμουλκεί        άλλο  όχημα, ή κινηθεί χωρίς τον οδηγό και χωρίς υπαιτιότητά του, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο.

β) Εντός φυλασσομένων χώρων στάθμευσης, ή συνεργείων επισκευής οχημάτων, ή εκθέσεων οχημάτων.

γ) Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ως εργαλείο ειδικού τύπου οχημάτων, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο.

δ) Από πρόθεση του ασφαλισμένου / λήπτη της ασφάλισης /  οδηγού / προστηθέντων στην οδήγηση.

ε) Από την συμμετοχή του οχήματος σε επιδείξεις, εορταστικές παρελάσεις, επισήμους ή όχι αγώνες, δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις), εκτός εάν ειδικά στο ασφαλιστήριο συμφωνήθηκε και η κάλυψη των ανωτέρω περιπτώσεων.

στ)  Από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

ζ) Από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το όχημα, που εμπλέκεται στο ατύχημα, ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, εφ όσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο

η) Από όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση, από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη

Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.

Ι. ΑΝΤΙΤΑΞΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ

Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τις παραπάνω εξαιρέσεις κάλυψης. Ο ασφαλιστής, όμως, δύναται να στραφεί κατά του λήπτη της ασφάλισης /ασφαλισμένου / οδηγού, ασκώντας δικαίωμα αγωγή, ή αναγωγής.  

ΙΑ. ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΠΙ ΟΧΗΜΑΤΟΣ

Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για τηΝ μη αποδοχή τους εντός (30) ημερών από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της.

Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα / κατοχή του οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων.

Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.

Αν μετά τη μεταβίβαση του οχήματος συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

ΙΒ. ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ    

α) Η ασφάλιση μπορεί να λυθεί με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών οποτεδήποτε.

β) Ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την σύμβαση οποτεδήποτε με γραπτή δήλωση, η οποία επιδίδεται στην εταιρία, ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει.

Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα με την παρέλευση αυτής στην εταιρία.

γ) Η εταιρία μπορεί με επιστολή της να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένο, βαρυνομένη με την απόδειξη της παράβασης. Με την δήλωση της καταγγελίας από την εταιρεία, η οποία απευθύνεται στον λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένο με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, πρέπει γνωστοποιείται ότι η μη συμμόρφωσή του προς τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας επιφέρει την λύση της σύμβασης. Η επιστολή αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας, ή διαμονής, του λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένου, που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ασφάλισης, μετά την 30η μέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής καταγγελίας της σύμβασης, η εταιρεία ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Μετά την πάροδο 16 ημερών από την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή της ακύρωσης / λύσης / λήξης / αναστολής της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου, το αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο.

Κατά του ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση / λύση / λήξη / αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο (16) ημερών από την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης / λύσης / λήξης / αναστολής της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

ΙΓ. ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ 

Αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία.

ΙΔ. ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Αν το ασφαλισμένο όχημα έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου για το ίδιο χρονικό διάστημα σε περισσότερες εταιρίες ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως χωρίς καθυστέρηση τις ασφαλίσεις αυτές και τα ασφαλιστικά ποσά.

Οι ασφαλίσεις σε όλες τις εταιρείες είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας.