Α. Από τον συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ όσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Β. Από τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής, για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία.

Γ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 268 εδ. α ΑΚ, κατά την οποία «κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθ εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή», εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Δ. Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει, αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 204/2019).

Ε. Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται, όμως, αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει, αφ ότου, ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 426/2014, ΑΠ 204/2019).