Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 6 του πδ. 237/1986, ο κύριος, ή κάτοχος, οχήματος,  που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, υποχρεούται να το ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, για σωματικές βλάβες, θανάτωση, ή ζημιών σε πράγματα, συμπεριλαμβανομένης της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ή ηθικής βλάβης, ενώ, κατά την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, το ζημιωθέν πρόσωπο έχει, από την ασφαλιστική σύμβαση, και μέχρι του ποσού αυτής, ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Α. Ποιο αυτοκίνητο όχημα καλύπτεται ασφαλιστικά  

α) Σύμφωνα με το άρθρο 1 του  πδ. 237/1986, όχημα είναι το επί του εδάφους, και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια, κινούμενο επί οδού όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών. Ως αυτοκίνητο όχημα θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και το ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα.

β) Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό, ή σε κάποιο αριθμό προσώπων, που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού.

γ) Στην περίπτωση ατυχήματος κατά την λειτουργία μηχανήματος ως εργαλείου, που χρησιμοποιεί τον κινητήρα του για λειτουργήσει για τον σκοπό που προορίζεται, δεν πρόκειται για αυτοκίνητο με την παραπάνω έννοια και ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι αυτής με βάση τον παραπάνω νόμο, παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφάλισης από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του, κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 914 επ). Ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικώς επί προαιρετικής ασφαλίσεως, όπως είναι αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την λειτουργία ενός μηχανήματος ως εργαλείου ((ΑΠ 646/2014, ΑΠ 504/2012, ΑΠ 167/2020).

Β. Δικαιούχοι της αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία

α) Δικαιούχοι της αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία, με ευθεία αξίωση κατά αυτής, είναι οι «τρίτοι», που υπέστησαν ζημία από το τροχαίο ατύχημα   

β) Κατά το άρθρο 7 του  πδ. 237/1986 δεν θεωρούνται «τρίτοι», α) ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημία, β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης, γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα.

γ) Θεωρούνται τρίτοι, και έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημία, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφαλίσεως, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ΠΔ 237/86).

δ) Σημειώνεται ότι οι συγγενείς του οδηγού έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, μόνο για την ζημία που οι ίδιοι έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανατώσεως αυτών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούται η οικογένειά τους να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ως και λοιπές θετικές ή αποθετικές ζημίες και όχι οι ίδιοι από την θανάτωση του οδηγού συγγενούς τους, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. Αν το θύμα είναι ο ίδιος οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος και η θανάτωσή του οφείλεται αποκλειστικώς σε δική του υπαιτιότητα, δεν ιδρύεται δικαίωμα αποζημίωσης των συγγενών του και εντεύθεν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου του για την κάλυψή της (ΑΠ 1114/2000).

Γ. Τι περιλαμβάνει η αποζημίωση  

α) Κατά το άρθρο 298 εδ. α ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του παθόντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδ. α ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του παθόντος, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και την ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει, επιπλέον εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, η ασφαλιστική εταιρεία είναι υπόχρεη ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, να καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στην περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΠ 1131/2018).

β) Κατά συνέπεια η ασφαλιστική αποζημίωση περιλαμβάνει

1) Σε υλικές ζημίες οχήματος 

α) Αποζημίωση υλικών ζημιών οχήματος 

β) Αποζημίωση για μείωση αξίας οχήματος

γ) Αποζημίωση για έξοδα μετακίνησης με ταξί

δ) Αποζημίωση μεταφοράς οχήματος   

ε) Απώλεια εισοδήματος από την μη χρήση του οχήματος 

στ) Αποζημίωση για μίσθωση άλλου οχήματος 

ζ)  Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης

2) Σε σωματικές βλάβες   

α) Αποζημίωση για νοσήλια

β) Αποζημίωση για μελλοντικές δαπάνες αποκατάστασης υγείας  

γ) Αποζημίωση δαπάνης αποκλειστικής νοσοκόμας και οικιακής βοηθού  

δ) Αποζημίωση καταστροφής ατομικών ειδών 

ε) Αποζημίωση για βελτιωμένη διατροφή

στ) Αποζημίωση απώλειας εισοδήματος

ζ) Αποζημίωση απώλειας διαφυγόντων κερδών

η) Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης

θ) Αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης

ι) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών τέκνου

ια) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών συζύγου

3) Σε θανάτωση   

α) Δαπάνες κηδείας, κατασκευής τάφου

β) Αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης

γ) Αποζημίωση για στέρηση διατροφής τέκνου

δ) Αποζημίωση για στέρηση διατροφής συζύγου

ε) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών τέκνου

στ) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών συζύγου 

(Σημείωση συντάκτη Χρ. Καραμπάγια: Αναλυτικά για τις αποζημιώσεις βλ. σχετικές αναρτήσεις).

Δ. Ποιες ζημίες δεν καλύπτει η ασφαλιστική εταιρεία

α) Σύμφωνα με το άρθρο 6Β στο π.δ. 237/1986 εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται

1) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Στην περίπτωση αυτή δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται, αν η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αρκεί η προϋπόθεση της έλλειψης της άδειας οδήγησης.

2) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ.

Η ανίχνευση οινοπνεύματος στον οργανισμό του ελεγχόμενου οδηγού σε ποσοστό 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ή σε ποσοστό 0,25 και άνω χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα, μετρούμενο με αλκοολική συσκευή, αποτελεί πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση.

3) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

β) Οι παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις απαρτίζουν τους μόνους λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση. Εφόσον έχει συναφθεί προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη επιτρέπεται με την σύμβαση ασφάλισης, να ορισθούν, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 6Β), (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1451/2009).

Ε. Ενστάσεις της ασφαλιστικής εταιρείας

Από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 11Α του πδ. 237/1986 προκύπτει ότι, η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του παθόντος τρίτου, όταν ασκεί την αξίωση αποζημίωσης εναντίον της, ενστάσεις που απορρέουν από τις παραπάνω μη καλυπτόμενες ζημίες και δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου. Παρέχεται σε αυτή, μόνο, το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε, ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 158/2015, ΑΠ 323/2011).

ΣΤ. Ανασφάλιστο όχημα  

α) Ανασφάλιστο θεωρείται το αυτοκίνητο όχημα, 1) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό σύμβαση ασφάλισης, 2) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε, και 3) όταν λύθηκε, ή ακυρώθηκε, είτε μονομερώς με καταγγελία του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου, ή του ασφαλιστή, είτε με κοινή συμφωνία τους (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 625/2019).

β) Η καταγγελία από τον λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένο, γίνεται οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται, είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας, είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση (άρθρο 11Α του πδ. 237/1986).

γ) Η καταγγελία από την ασφαλιστική εταιρεία γίνεται μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης, ή/και τον ασφαλισμένο,  με επιστολή, που αποστέλλεται στην διεύθυνση της κατοικίας, ή διαμονής, του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου, όπου τους γνωστοποιείται, ότι η μη συμμόρφωσή τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει την λύση της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρο 11Α του πδ. 237/1986).

δ) Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης ασφάλισης, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

ε) Η λήξη, η λύση,  ή η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη δεκαέξι ημέρες μετά την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή της λήξης, της λύσης, ή της ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρο 11 πδ. 237/1986). Μετά την πάροδο του δεκαεξημέρου και εφ όσον ο κύριος ή κάτοχος του ασφαλισθέντος αυτοκινήτου δεν έχει καλύψει με άλλη ασφαλιστική σύμβαση την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, η υποχρέωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου βαρύνει το Επικουρικό Κεφάλαιο (ΑΠ 499/2020).

στ) Ειδικά για την περίπτωση καταγγελίας από την ασφαλιστική εταιρεία για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, η ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της επιστολής ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης στον λήπτη της ασφάλισης, ή στον ασφαλισμένο. Στην περίπτωση αυτή, η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη  (46) ημέρες ( 30 +16) μετά την αποστολή της  επιστολής ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης στον λήπτη της ασφάλισης, ή στον ασφαλισμένο (άρθρο 11 και 11Α του πδ. 237/1986) (ΑΠ 157/2014).