Από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν.  2496/1997 για την ιδιωτική ασφάλιση, προκύπτει ότι, ο ασφαλιστής, ο οποίος αποζημίωσε τον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στα έναντι του τρίτου, υπόχρεου προς αποζημίωση, δικαιώματα του ασφαλισμένου, στην έκταση που ικανοποίησε αυτόν, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη δήλωση περί μεταβίβασης των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή, αποδοχή τέτοιας δήλωσης ή ανακοίνωση περί αυτής προς τον τρίτο.

Α. Η υποκατάσταση αυτή έχει χαρακτήρα εκχώρησης εκ του νόμου. Επομένως, ο υπόχρεος προς αποζημίωση έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε και κατά του ζημιωθέντος και, επομένως, η κατά του τρίτου αγωγή του ασφαλιστή θα έχει, κατά κανόνα, την ίδια βάση, όπως αν την αγωγή ασκούσε ο ίδιος ο ζημιωθείς.

Β. Για την πληρότητα της εν λόγω αγωγής ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης και συγκεκριμένα, α) τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε, καθώς και την προέλευση αυτής, εφ όσον δε αυτή προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά, της μεταξύ του ασφαλισμένου του και του τρίτου αντισυμβαλλομένου αυτού σύμβασης, την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση και τους όρους αυτής που παραβιάσθηκαν από πταίσμα του ίδιου ή των αντιπροσώπων του ή των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή και προκάλεσαν τη ζημία του ασφαλισμένου του, κατά την έννοια των άρθρων 330 και 334 ΑΚ (ΑΠ 763/2014, ΕφΑθ 3020/2015).

Γ. Στην υποκατάσταση, που αποτελεί περίπτωση νόμιμης εκχώρησης, η απαίτηση μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά της. Έτσι, ο τρίτος,  μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος και ειδικότερα αυτές που βάλλουν κατά της γένεσης και της ύπαρξης της απαίτησης, κατά το χρόνο της υποκατάστασης, όπως και αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Μπορεί επίσης, να αντιτάξει ενστάσεις κατά του κύρους του ασφαλιστηρίου, αφού η ασφαλιστική σύμβαση αποτελεί προϋπόθεση για την υποκατάσταση (ΑΠ 848/2002).

Δ. Οι εν λόγω ενστάσεις πρέπει να γεννήθηκαν μέχρι την υποκατάσταση του ασφαλιστή. Συνεπώς, μετά το χρόνο αυτό μπορεί ο τρίτος εναγόμενος από τον ασφαλιστή να προτείνει μόνο ενστάσεις που έχει κατά του ασφαλιστή εξ ιδίου δικαίου, όπως, ότι παραγράφηκε η αξίωση, ή που συνάπτονται ευθέως με την ενεργητική νομιμοποίηση του υποκαθισταμένου ασφαλιστή (άρθρο 174 ΑΚ, ΑΠ 842/2002).

Ε. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαραίτητα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσης του ασφαλιστή, ο οποίος αποζημιώνοντας τον ασφαλισμένο και στο βαθμό που το έπραξε, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του τελευταίου έναντι του τρίτου υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι, πέραν από την αναφορά της ασφαλιστικής σύμβασης και τους όρους αυτής, καθώς της καταβολής του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, και η ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε, με προσδιορισμό των ασφαλισθέντων αντικειμένων, που υπέστησαν βλάβη ή καταστροφή, κατ’ είδος, ποσότητα και αξία (ΕφΑθ 3020/2015, ΤρΕφΠειρ 509/2020).