Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής.

Α. Για το ορισμένο της αγωγής αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφ όσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις (ΑΠ 183/1991, 1046/2011).

Β. Σε περίπτωση ολοκληρωτικής βλάβης ή καταστροφής του οχήματος, όπως συμβαίνει α) όταν είναι τεχνικά αδύνατη η αποκατάσταση των βλαβών, ή β) όταν είναι μεν τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών, αλλά η αποκατάσταση θα απαιτήσει χρόνο και κυρίως, δαπάνες, των οποίων το ύψος, είτε είναι ίσο, είτε υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση άλλου, ισάξιου με το ζημιωθέν, οχήματος, η αποκατάσταση αυτή είναι ασύμφορη οικονομικά. Στην περίπτωση αυτή ο ιδιοκτήτης του οχήματος δικαιούται ως αποζημίωση την εμπορική (αγοραία) αξία του.

Γ. Αν ο ιδιοκτήτης του ζημιωθέντος οχήματος προέβη στην επισκευή του, αλλά η  επισκευή αποδεικνύεται ότι ήταν οικονομικά ασύμφορη, αφού το ποσό που διατέθηκε ήταν σχεδόν ίσο με την αξία που το όχημα είχε πριν από τη σύγκρουση, ή και περισσότερο, ενώ συγχρόνως, μειώνεται ουσιωδώς η εμπορική του (αγοραία)  αξία, τότε αυτός, επειδή παραβαίνει το καθήκον του για περιορισμό της ζημίας του του άρθρου 300 ΑΚ, πρέπει να επωμισθεί κατά το υπερβάλλον την ζημία που υπέστη και να αποζημιωθεί με την εμπορική  (αγοραία) αξία του οχήματος (ΑΠ 638/2019, ΑΠ 1034/2018).