Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ η αναπηρία, ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπ όψιν κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του.

Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής (ΑΠ 1848/2008, ΑΠ 2007/2006, ΕφΔωδ 121/2007. Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης, στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό, οικονομικό τομέα η αναπηρία, ή παραμόρφωση, του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία, ή παραμόρφωση, μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους.

Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, εφ όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Η συνεπεία της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης, ανικανότητα προς εργασία, εφ όσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων. Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την διάταξη αυτή εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ` αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης, αφ ενός και την ηλικία του παθόντος αφ ετέρου.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική, από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ` ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατ` άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 408/2011, ΑΠ 421/2012, ΑΠ 72/2012, ΑΠ 1048/2011).