Από την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο Ν. ΓΠΝ/1911), προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Έτσι επί εκτροπής επιβατικού αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης και αδυναμίας εντεύθεν να το οδηγήσει με ασφάλεια, ο συνεπιβάτης, που εμπιστεύεται την μεταφορά του στον οδηγό αυτόν και τραυματίζεται κατά το εν λόγω ατύχημα, βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα, αν γνώριζε, ή βάσει των περιστάσεων μπορούσε να γνωρίζει, την μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση συνεπεία της μέθης του (ΑΠ 1253/2007, ΕφΠειρ  372/2010).