Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει. Η υπαιτιότητα πληρούται και όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά ενέχει αμέλεια του δράστη, ήτοι μη καταβολή από μέρους του της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές. Η υπαιτιότητα συνιστά αυτοτελή προϋπόθεση, συντρέχει δε στο πρόσωπο του ζημιώσαντος, αν υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου, ή αμέλειας, ακόμη και ελαφριάς, η οποία κρίνεται βάσει του μέσου συνετού ανθρώπου (330 εδ. β΄ Α.Κ.), δηλαδή ελαφρά αφηρημένη αμέλεια. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, που γεννά αδικοπρακτική ευθύνη, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας, που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου.

Β. Σε κάθε παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, ακόμη και από ελαφρά αφηρημένη αμέλεια  (άρθρο 330 εδ. β ΑΚ) σύμφωνα με την διάταξη του  άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και ζημίας από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι, αν εκείνος, που ζημιώθηκε, παρέλειψε να αποτρέψει, ή να περιορίσει την ζημία, το δικαστήριο, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαιτέρως το βαθμό του πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό της, εφ όσον  η παράλειψη του ζημιωθέντος να αποτρέψει, ή να περιορίσει την ζημία, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επιζήμιο αποτέλεσμα της σύγκρουσης των οχημάτων και της πρόκλησης ζημιών, δηλαδή όταν η εν λόγω παράλειψη ήταν, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στην συγκεκριμένη περίπτωση.