Α. Κατά το άρθρο 928 εδ. β ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπαίτιος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμο είχε δικαίωμα να απαιτήσει από το θύμα διατροφή, ή παροχή υπηρεσιών.

Β. Σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, τα δικαστήρια υποχρεούνται να επιδικάσουν  στον σύζυγο του θανατωθέντος από αδικοπραξία συζύγου διατροφή, για την λόγω της θανάτωσής του στέρησης της διατροφής του. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που εκτίθενται από τους διαδίκους.

Γ. Με τις παραπάνω διατάξεις καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθ ενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του. Για τον υπολογισμό του ποσού της διατροφής, που δικαιούται ο επιζών σύζυγος, δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών (ΑΠ 1965/2008).

Γ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο δικαιούχος επιζών σύζυγος, στην αγωγή αποζημίωσης, για την αποκατάσταση της ζημίας του, από τη στέρηση του δικαιώματος του διατροφής, πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει

α) την ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου διατροφής,

β) την θανάτωση του υπόχρεου από παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγόμενου,

γ) τον πιθανό χρόνο ζωής του υπόχρεου, σε διατροφή συζύγου και

δ) το ποσό της καταβλητέας από αυτόν διατροφής, ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής (ΑΠ  212/2013).

Δ. Κρίσιμος για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως  είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και της πιθανής εξελίξεως των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε.

Ε. Δεν απαιτείται για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημιώσεως, να γίνεται στο δικόγραφο αποτίμηση της συνεισφοράς που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξιώσεως ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 212/2013, ΑΠ 873/2012, ΑΠ 153/2005, ΑΠ 124/2017).

ΣΤ. Σημειώνεται, όμως, ότι ο εμμέσως ζημιωθείς επιζών σύζυγος, οφείλει, κατ' άρθ. 300 ΑΚ, να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα προς αποτροπή ή μείωση της ζημίας. Συνεπώς, η σύζυγος, η οποία κατά την διάρκεια του γάμου ασχολείτο με τα οικιακά, έχει την υποχρέωση να μειώσει την ζημία της από το θάνατο του συζύγου, εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητές της και την κοινωνική τους θέση.

Ζ. Για το θέμα του καθήκοντος της εκ μέρους της χήρας ασκήσεως επαγγελματικής απασχολήσεως λαμβάνονται υπόψη, η ηλικία, η ικανότητα για προσφορά εργασίας, οι βιοτικές εν γένει σχέσεις, η τυχόν ύπαρξη ανήλικων τέκνων, οι γνώσεις, η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική θέση των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου. Δεν ενδιαφέρει αν η σύζυγος θα υποχρεούτο έναντι του συζύγου, αν ζούσε, να εργαστεί, γιατί το σχετικό βάρος γεννάται γι'ααυτήν, κατ' άρθ. 300 ΑΚ, με την θανάτωση του συζύγου. Συνεπώς, εφ όσον η χήρα οφείλει να εργασθεί, τα από την εργασία της πιθανά εισοδήματά της υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της μηνιαίας χρηματικής δόσεως της αποζημιώσεως, αδιάφορο αν η γυναίκα εργάζεται πράγματι, παραλείπει υπαιτίως να εργαστεί, ή προτιμά άλλη απασχόληση μη αμειβόμενη (ΑΠ 788/2010, (ΑΠ 1276/2005, ΑΠ  212/2013).