Α. Στο χώρο του ελληνικού δικαίου δεν φαίνεται (από όσο γνωρίζουμε) να έχει απασχολήσει ελληνικό δικαστήριο, το θέμα της μέλλουσας ψυχικής οδύνης στο αυτό πρόσωπο, εκτός σπανίων περιπτώσεων, που αφορούν μόνο το κυοφορούμενο, το βρέφος και τον πάσχοντα από διανοητικές διαταραχές (Συμφωνούν με αυτά οι διδαχές των καθηγητών Σπυριδάκη, Ζέπου, Λιντζερόπουλου, Μπαλή κλπ. ).         

Β. Η ηθική βλάβη, που υπέστη ο συγγενής του θανατωθέντος, δεν ανατρέχει σε μέλλοντα γεγονότα, αφού ο ψυχικός πόνος συνέβη κατά την θανάτωση του συγγενούς και αφορά την κατά το χρόνο αυτό στέρηση κάθε τι, που θα απολάμβανε κατά το χρόνο αυτό, αλλά και παν ότι κατά το χρόνο του θανάτου θα στερείτο στο μέλλον εξ αιτίας της θανάτωσης. Δηλαδή η επίκληση μεταγενέστερων γεγονότων του χρόνου θανάτωσης του συγγενούς, που επιδείνωσαν την σωματική και ψυχική υγεία του συγγενούς δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις της ψυχικής οδύνης, αφού αυτή είναι στιγμιαία και κατά το χρόνο της επιδίκασής της και έχει ληφθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, υπ όψιν ο μέλλων ψυχικός πόνος, αφού άλλωστε η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται κατά εύλογη κρίση και δεν αποτελεί αποζημίωση για περιουσιακή ζημία.

Γ. Κατά συνέπεια μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της ψυχοσωματικής υγείας του αδικηθέντος, έστω και αν αυτές ήταν απρόβλεπτες κατά το χρόνο επιδίκασης της προγενέστερης χρηματικής ικανοποίησης, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη.