Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Β. Σκοπός της διάταξης είναι να επιτευχθεί μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη ο συγγενής του θανόντος, μέλος της «οικογένειας» του, λόγω της εις βάρος του θανόντος αδικοπραξίας, ώστε ο συγγενής να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης.

Γ. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως α) η ύπαρξη μεταξύ των συγγενικών προσώπων και του θύματος  αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, β) η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειας του, γ) ο τόπος κατοικίας των δικαιούχων, δ) η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα, ε) το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, στ) η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του θανόντος και ζ) η τυχόν βαρύτητα του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (ΑΠ 414/2019, ΑΠ 398/2020).

Δ. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την «εύλογη» κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Ε. Η κρίση του δικαστή, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται, κατ' αρχήν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι, γιατί, εφ όσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το «εύλογο» του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια.

ΣΤ. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλαδή ως πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Και τούτο, γιατί μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές, ή υπέρμετρα μεγάλο, ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, όσον αφορά τον δικαιούχο τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 10/2017, ΑΠ 747/2017, ΑΠ 504/2020, ΑΠ 683/2020).