Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Α. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπ όψιν του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, την ηλικία του θύματος κλπ, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Β. Σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως, α) το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, β) η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, γ) η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, δ) η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και ε) όλες οι ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Γ. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Δ. Σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015). Και τούτο, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές, ή υπέρμετρα μεγάλο, ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ευτελίζει, όσον αφορά το δικαιούχο-παθόντα το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 414/2019, ΑΠ 398/2020, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 958/2017).

Ε. Η κρίση του δικαστηρίου, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται, κατ' αρχήν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι, γιατί, εφ όσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το «εύλογο» του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια.

ΣΤ. Επειδή, όμως επιβάλλεται, να τηρείται κατά τον καθορισμό του ποσού η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αν συμβεί παραβίαση της γενικής αυτής νομικής αρχής, η παραβίαση ελέγχεται αναιρετικώς ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015).