Α. Στην διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ, δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως από την φύση του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στην διαδρομή του χρόνου.

Β. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου των στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του, ή διέμεναν χωριστά.

Γ. Οι συγγενείς αυτοί δεν μπορεί να είναι άλλοι πέραν αυτών, που προσδιορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Δ. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών περιλαμβάνονται οι γονείς, τα τέκνα, οι αδελφοί, αμφιθαλείς και ετεροθαλείς, ο σύζυγος, και από τους συγγενείς εξ αγχιστείας μόνο οι του πρώτου βαθμού, δηλαδή πεθερός, πεθερά, γαμπρός από θυγατέρα, νύφη από γιό και οι εκ διαθήκης κληρονόμοι (ΑΠ 562/2018).

Ε. Υπό την έννοια αυτή στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνεται και ο σε διάσταση σύζυγος κατά το χρόνο θανάτου του θύματος, γιατί η διάσταση των συζύγων κατά το χρόνο αυτό δεν καταλύει τυπικά την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας κατά την έννοια της ΑΚ 932. Θα ληφθούν, όμως, υπ όψιν τα αίτια της διαστάσεως, η διάρκειά της και η τυχόν έναρξη, ή μη, της διαδικασίας διαζυγίου (ΑΠ 520/2009).

ΣΤ. Γίνεται δεκτό ότι στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται και τα ανήλικα τέκνα νηπιακής ηλικίας (ΑΠ 442/2008) ακόμη και τα αγέννητα, εφ όσον γεννηθούν ζωντανά, γιατί είναι βέβαιο ότι όταν θα μεγαλώσουν θα αποκτήσουν την ικανότητα να αντιληφθούν το θάνατο και επομένως θα αισθανθούν  ψυχικό πόνο από την έλλειψη του πατέρα, ή της μητέρας.

Ζ. Στην «οικογένεια του θύματος» δεν συμπεριλαμβάνονται οι συγγενείς εξ αίματος πέραν του δευτέρου βαθμού, δηλαδή, θείοι, πρώτα ξαδέλφια, ανιψιοί (ΑΠ 581/2010, ΑΠ 937/2010), και οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, δηλαδή, οι αδελφοί της συζύγου του θανατωθέντος, ο σύζυγος και ο υιός της αδελφής του θανόντος (δηλαδή ο από αδελφή γαμπρός και  ο ανιψιός του) (ΑΠ 436/2017, ΑΠ 442/2017, ΑΠ 154/2015, ΑΠ 528/2011, ΑΠ 1735/2006, ΕφΔωδ 264/2010, ΠολΠρΧανίων 47/2008).

Η. Στην οικογένεια του θύματος δεν περιλαμβάνονται τα πρόσωπα που συζούσαν με το θύμα σε κατάσταση ελεύθερης ένωσης. Η ελεύθερη ένωση εντάσσεται στις «de facto οικογενειακές σχέσεις», δηλαδή στις παράτυπες ή αντικανονικές από νομική άποψη καταστάσεις που βρίσκονται στο περιθώριο της νομικής ζωής (ΑΠ 775/2011).

Θ. Εν όψει ότι η περιουσιακή κατάσταση της ασφαλιστικής εταιρείας, ως εκ της εγγυητικής της ευθύνης, δεν λαμβάνεται υπό όψιν, τα υπό επιδίκαση χρηματικά ποσά από την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν συνεπεία του θανάτου του θύματος οι συγγενείς του, πρέπει να είναι «εύλογα - ανάλογα», να μην υπερβαίνουν τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστή, άμα και την αρχή της αναλογικότητας του Συντάγματος, χρηματικά ποσά δηλαδή, που, κατά την κοινή πείρα και την περί δικαίου συνείδηση, είναι δίκαια και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά των συγγενών με παράλληλη προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος επί της περιουσίας του υπαιτίου, χωρίς να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και επεκτείνουν υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης.

Ι. Για τον προσδιορισμό των χρηματικών ποσών, επαρκή για την ανακούφιση και παρηγοριά των συγγενών με παράλληλη προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος επί της περιουσίας του υπαιτίου, χωρίς να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία, λαμβάνεται υπ όψιν, α) η ύπαρξη μεταξύ των ανωτέρω δικαιούμενων προσώπων και του θύματος  αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, β) η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειας του, γ) ο τόπος κατοικίας των δικαιούχων, δ) η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα, ε) το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, στ) η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του θανόντος και ζ) η τυχόν βαρύτητα του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (ΑΠ 414/2019, ΑΠ 398/2020).