Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της ανικανότητας, ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Α. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφ όσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης.

Β. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Γ. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφ άπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.

Δ. Μία περίπτωση μελλοντικών στερήσεων λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, η οποία συνεπάγεται αποκαταστατέα περιουσιακή ζημία για το θύμα, είναι εκείνη κατά την οποία λόγω της βλάβης αυτής επηρεάζεται, μειώνεται, ή αναιρείται, η δύναμη του θύματος για εργασία και η ικανότητα του για κτήση εισοδημάτων. Το πρώτο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι η ικανότητα για την άσκηση του επαγγέλματος με το οποίο συνήθιζε να ασχολείται το θύμα, πριν συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Πχ. ένας τραυματισμός στο πόδι δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία και συνεπώς την δυνατότητα απόκτησης εισοδημάτων ενός αγρότη και ενός υπάλληλου γραφείου. Γίνεται φανερό ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα με βάση τις ατομικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες, αφού ο ίδιος τραυματισμός δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επίσης και η μείωση της ικανότητας για εργασία δεν προκαλεί πάντα την ίδια περιουσιακή ζημία στον παθόντα, ή είναι πιθανόν ακόμα και να μην συνεπάγεται καμία περιουσιακή απώλεια για το θύμα. Το τελευταίο γίνεται φανερό σε περιπτώσεις που ο παθών είναι άνεργος, ή δεν εργαζόταν πριν υποστεί την βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για άλλους λόγους είτε αντικειμενικούς είτε υποκειμενικούς (λόγω του νεαρού της ηλικίας του).

Ε. Επομένως η ικανότητα για εργασία και η ικανότητα για απόκτηση εισοδημάτων δεν ταυτίζονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του μη εργαζόμενου μέχρι την ημέρα του ατυχήματος  λόγω του νεαρού της ηλικίας του, του οποίου επηρεάζεται μεν η ικανότητα για εργασία λόγω της βλάβης στην υγεία ή στο σώμα του, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται για τον ίδιο απώλεια εισοδημάτων, καθώς κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είχε έσοδα από εργασία.

ΣΤ. Από την άλλη πλευρά απαιτείται η πρόβλεψη για το τι θα στερηθεί στο μέλλον αυτός που υπέστη την βλάβη, καθ’ ότι ο μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, δεν μπορεί να αποδείξει ότι, με βάση τις επαγγελματικές του ικανότητες και την κατάσταση που παρουσιάζει η αγορά εργασίας στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, είναι σε θέση να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας στο προσεχές χρονικό διάστημα, εάν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός.

Ζ. Για την εφαρμογή, επομένως, του άρθρου 929 ΑΚ, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδημάτων από εργασία. Σε κάθε περίπτωση, η μελλοντική ζημία από διαφυγόντα εισοδήματα που ο τραυματισθείς μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ζητεί να αποκατασταθεί, πρέπει να είναι προβλεπτή, τόσο ως προς την ύπαρξη, όσο και ως προς την έκτασή της, και να μην εξαρτάται από μελλοντικούς απρόβλεπτους παράγοντες, όπως την δυνατότητά του να εργασθεί μελλοντικά.

Η. Αυτός που υπέστη την βλάβη, για να αποδείξει την με πιθανότητα επέλευση της μελλοντικής του ζημίας, πρέπει να στηρίξει την αγωγή του στο επάγγελμα που ασκούσε πριν από το ζημιογόνο γεγονός και στις εξ αυτού τις αποδοχές που θα λάμβανε, δηλαδή, να ισχυριστεί ότι, σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η βλάβη, θα συνέχιζε να ασκεί το ίδιο επάγγελμα, λαμβάνοντας τις ίδιες αποδοχές.

Θ. Εάν δεν υπάρχουν στοιχεία, που μπορούν να καταστήσουν την αξίωση αποζημίωσης για μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και επομένως την αγωγή ορισμένη, οι σχετική αξίωση είναι απλώς ενδεχόμενη και η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη, ή προώρως ασκηθείσα.