Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015).

Μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, ή ηθικής βλάβης, ευτελίζει, όσον αφορά τον δικαιούχο – παθόντα το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017,  ΑΠ  43/2020, ΑΠ 170/2020.

Έχει κριθεί ότι το ποσόν των 100.000 ευρώ σε καθένα των γονέων, και το ποσό των 50.000 ευρώ για κάθε μία από τις αδελφές, ακόμη και στην περίπτωση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του τρίτου, ως αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, είναι καταφανώς μεγαλύτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας και της αβεβαιότητας στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον. Διατάσσοντας το Δικαστήριο της ουσίας τέτοια χρηματικά ποσά υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, και η απόφασή του είναι αναιρετέα (ΑΠ 66/2019, ΑΠ 414/2019).