Σύμφωνα με τα άρθρα 231 και 232 ΚΠΚ

1. Κατά του μάρτυρα που κλήθηκε νόμιμα να καταθέσει την μαρτυρία του ενώπιον αρχής  και δεν εμφανίζεται,  ο καλών εκδίδει εναντίον του ένταλμα βίαιης προσαγωγής.

2. Αν αυτός που καλεί είναι ο εισαγγελέας, ανακριτής, ειρηνοδίκης ή ο πταισματοδίκης, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει το μάρτυρα που δεν εμφανίστηκε από απείθεια την ορισμένη ημέρα σε πρόστιμο 50-100 ευρώ και στην πληρωμή των τελών. Στην ίδια ποινή υπόκειται και ο μάρτυρας που εμφανίστηκε, αρνείται όμως, χωρίς να υπάρχει νόμιμος λόγος, την μαρτυρία του, ή τον όρκο της μαρτυρίας του, με την επιφύλαξη και της βαρύτερης ποινής κατά τον ποινικό κώδικα.

3. Αν κάποιος από τους μάρτυρες, που κλητεύθηκε νόμιμα στο ακροατήριο δεν εμφανισθεί, καταδικάζεται από το δικαστήριο με πρόταση του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως, σε πρόστιμο 100 -200 ευρώ καθώς και στην πληρωμή των τελών της απόφασης, ανεξάρτητα από την αναβολή ή όχι της δίκης. Αν η απουσία του μάρτυρα, που καταδικάσθηκε κατά τον τρόπο αυτόν αποτελέσει λόγο αναβολής της δίκης, καταδικάζεται επιπλέον στις δαπάνες που προκλήθηκαν από την αναβολή και οι οποίες εκκαθαρίζονται και ορίζονται σ' αυτήν την απόφαση.

4. Το δικαστήριο, αν πειστεί ότι ο μάρτυρας ή ο πραγματογνώμονας επίτηδες απουσίασε για να αναβληθεί, ή να ματαιωθεί, η εκδίκαση της υπόθεσης, τον καταδικάζει επιπλέον και στην ποινή της απείθειας (φυλάκιση έως έξι μήνες, ή χρηματική ποινή).

5. Θεωρούνται λιπομάρτυρες και τιμωρούνται με τις ίδιες ποινές και οι μάρτυρες που, μολονότι εμφανίστηκαν, αρνούνται χωρίς νόμιμο λόγο να δώσουν όρκο, ή να καταθέσουν.

6. Κατά του  μάρτυρα που δεν εμφανίστηκε διατάσσεται συγχρόνως και η βίαιη προσαγωγή κατά τη νέα δικάσιμο. Η βίαιη προσαγωγή μπορεί να διαταχθεί και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, αν είναι δυνατό.

Ανάκληση της καταδίκης για λιπομαρτυρία.

1. Αν εκείνος που καταδικάστηκε για λιπομαρτυρία παρουσιαστεί για να εξεταστεί και αποδείξει ότι από κάποιο νόμιμο κώλυμα δεν εμφανίστηκε την ημέρα που είχε οριστεί, η καταδίκη ανακαλείται από αυτόν που την επέβαλε. Νόμιμα κωλύματα είναι οι περιπτώσεις ανώτερης βίας ή άλλων εμποδίων, που αιτιολογούνται ειδικά στην ανακλητική απόφαση.

2. Ο μάρτυρας, που καταδικάστηκε, μπορεί να ασκήσει ανακοπή ο ίδιος, ή με πληρεξούσιο, κατά της καταδικαστικής απόφασης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοσή της σε αυτόν. Ο εισαγγελέας φροντίζει να εισαχθεί για συζήτηση η ανακοπή στην ίδια δικάσιμο με την κύρια υπόθεση για την οποία καλείται ο μάρτυρας να εμφανιστεί. Η ανακοπή εκδικάζεται, ακόμη και αν αναβληθεί εκ νέου η κύρια δίκη. Αν αυτή περατώθηκε ήδη ή έπαυσε η διαδικασία με άλλο τρόπο, η ανακοπή εισάγεται για εκδίκαση αφού κλητευθεί εκείνος που την άσκησε

3. Αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, ή αν απορριφθεί αυτή που ασκήθηκε, η απόφαση εκτελείται.

4. Αν δεν γίνει ανακοπή, το δικαστήριο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως ανακαλεί την καταδικαστική του απόφαση εν όλω ή εν μέρει, αν πειστεί ότι εξαιτίας κάποιου κωλύματος δεν εμφανίστηκε ο μάρτυρας που καταδικάστηκε.