Κατά το άρθρο 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή, όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση καταθέτει εν γνώσει του ψέματα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει την αλήθεια.

Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται

α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση,

β) τα πραγματικά περιστατικά που κατατέθηκαν να είναι αναληθή και

γ) ύπαρξη άμεσου δόλου, ο οποίος συνίσταται στο ότι ο μάρτυρας γνωρίζει (με την έννοια της συνειδητής βεβαιότητας) ότι τα περιστατικά που κατέθεσε είναι ψευδή, ή στο ότι αυτός γνωρίζει τα αληθή περιστατικά, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Ως περιστατικά νοούνται συμβάντα του εξωτερικού ή εσωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, είναι δεκτικά απόδειξης και είναι αντικειμενικά ψευδή, με την έννοια ότι, είτε δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα, είτε είναι αντίθετα ή διαφορετικά με όσα ο μάρτυρας γνωρίζει από δική του αντίληψη ή από πληροφόρηση τρίτων. Δυσμενείς γνώμες, κρίσεις, πεποιθήσεις ή χαρακτηρισμοί του μάρτυρα έχουν έννομη σημασία μόνο αν συνάπτονται άμεσα με τα περιστατικά που κατέθεσε και συνδιαμορφώνουν παράσταση συγκεκριμένης πράξης ή συμπεριφοράς, που επιδέχεται απόδειξη. Επιπλέον πρέπει τα περιστατικά που κατατέθηκαν, ανεξάρτητα από το εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν ή όχι.