Η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με την συνδρομή των προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο, ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων.

Για την δημιουργία βεβαιότητας ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπ όψιν του, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία της απόφασης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ όψιν του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο την έλαβε υπ όψιν του, μη αρκούσας της αναφοράς στα έγγραφα. Η αβεβαιότητα επιτείνεται, όταν το Δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς αναφορά άμεση ή έμμεση στο περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνων της πραγματογνωμοσύνης.Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.

Η πραγματογνωμοσύνη, που δεν έγινε κατ εντολή κάποιας δικαστικής αρχής, αλλά από τον κατηγορούμενο, δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη με την παραπάνω έννοια και δεν είναι  ιδιαίτερο αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων και δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία της στην αιτιολογία της απόφασης (ΑΠ 2624/2008). Την έκθεση του τεχνικού συμβούλου το Δικαστήριο υποχρεούται, χωρίς να την μνημονεύει ειδικά, να την συνεκτιμά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2624/2008).