Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2928/2001, ως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με το άρθρο όγδοο του ν. 3875/2010 (προστέθηκε ως μέτρο προστασίας «η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες»), την παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 (προστέθηκε παρ. 7, που αφορά υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α και 235 έως 237Α ΠΚ) και την τροποποίησή του με το άρθρο δέκατο ένατο του ν. 4411/2016 (τροποποιήθηκε η παρ. 3, που αφορά τον καθορισμό του φορέα και την διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας) παρέχονται μέτρα προστασίας προσώπων από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των ιδίων, ή/και των οικείων τους, που με την μαρτυρία τους βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων για πράξεις που  αφορούν συγκεκριμένα αδικήματα,

Α. Τα αδικήματα αυτά είναι  

α) Συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική, ή τρομοκρατική, οργάνωση  (παρ. 1 και 3 άρθρου 187 ΠΚ και παρ. 4 άρθρου 187Α ΠΚ) 

β) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) Πρωθυπουργού, μέλους της Κυβέρνησης, Υφυπουργού, Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχη, Δημάρχου, που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων των (άρθρο 159 και 159Α ΠΚ).

γ) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) υπαλλήλου, προϊσταμένου υπηρεσιών, επιθεωρητών, ως και προσώπων, που έχουν την εξουσία λήψης αποφάσεων, ή ελέγχου σε υπηρεσίες του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων του άρθρου 263Α ΠΚ (άρθρο 235και 236 ΠΚ).

δ)  Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) δικαστή και διαιτητή (άρθρο 237 ΠΚ).

ε) Αθέμιτη επιρροή μεσαζόντων στα παραπάνω πρόσωπα, να προβούν σε παράνομη πράξη, ή παράλειψη, που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων των (άρθρο 237Α ΠΚ).

Β. Τα μέτρα προστασίας του μάρτυρα παρέχονται, είτε οι παραπάνω πράξεις των παραπάνω προσώπων τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, είτε τελέστηκαν εκτός πλαισίου εγκληματικής οργάνωσης. Δεν παρέχονται σε οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων, αλλά μόνο στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα πρόσωπα.

  1. Σε «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος»

Μάρτυρας «δημοσίου συμφέροντος» χαρακτηρίζεται, κατ άρθρο 45Β ΚΠΔ, όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις δωροδοκίας και αθέμιτης επιρροής και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές στην αποκάλυψη και δίωξή τους. Ο χαρακτηρισμός του μάρτυρα ως «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» διατάσσεται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς (κατόπιν εισήγησης του ανακριτή, ή και αυτεπαγγέλτως)  μετά από έγκριση του αρμοδίου Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου

  1. Σε «ιδιώτες»

«Ιδιώτης» χαρακτηρίζεται όποιος μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη των παραπάνω εγκληματικών δραστηριοτήτων των παραπάνω προσώπων, όταν οι εγκληματικές των πράξεις δεν έχουν τελεσθεί στο πλαίσιο εγκληματικής, ή τρομοκρατικής, οργάνωσης. Τα μέτρα προστασίας στην περίπτωση αυτή, κατ' άρθρο 253Β ΚΠΔ, διατάσσονται με παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς.

  1. Σε «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο»

«Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο» θεωρείται  αυτός που θα συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων.

Γ. Για τις αξιόποινες πράξεις εμπορίας ανθρώπων κατά τα άρθρα 323, 323Α, 323Β και 351 ΠΚ, καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005  μπορεί να λαμβάνονται μέτρα, για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση, ή εκφοβισμό, του θύματος αυτών των πράξεων, όπως αυτό χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων ι' και ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3386/2005, των οικείων του θύματος, ή των ουσιωδών μαρτύρων, ακόμη και όταν οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις δεν έχει τελεσθεί στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 187 παρ. 1 του Π.Κ.

Δ. Μέτρα προστασίας ορίζονται, α. η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας, β. η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της, γ. η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας, δ. η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας, ε. η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες, στ. η μετάθεση, ή μετάταξη, ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των δημοσίων υπαλλήλων.

Ε. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με την σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως, ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους.

ΣΤ. Η ταυτότητα του μάρτυρα και όλα τα υπόλοιπα μέτρα προστασίας, κρατείται μυστική και την γνωρίζει μόνο ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός (ανακριτής, εισαγγελέας, ανωτάτη ηγεσία του Αρείου Πάγου) οι οποίοι οφείλουν να την κρατήσουν μυστική μέχρι να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ακροατήριο.

Ζ. Κατά την διαδικασία στο ακροατήριο ο μάρτυρας καλείται με το όνομα που αναφέρεται στην έκθεση εξέτασής του. Στο ακροατήριο αποκαλύπτονται τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του.

Η. Την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματός του μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ή ο διάδικος, και το δικαστήριο αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποκάλυψη, ή μη. Την αποκάλυψη μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Θ. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν αποκαλυφθούν στο ακροατήριο τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

Ι. Αν δεν είναι δυνατό, ή είναι πολύ δύσκολο, να εμφανιστεί ο μάρτυρας στο ακροατήριο, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει σε ένα από τα μέλη του, ή σε άλλο δικαστή, την εξέταση του μάρτυρα στον τόπο όπου διαμένει, ή και στο σπίτι του, αν διαμένει στην έδρα του δικαστηρίου. Η εξέταση αυτή μπορεί να γίνει και με διακοπή της δίκης. Η κατάθεση του μάρτυρα διαβάζεται στο ακροατήριο, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία.