Ιατρική αμέλεια φέρει ο ιατρός, αν δεν τηρήσει τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης για οποιονδήποτε λόγο (άγνοια, απειρία, απερισκεψία, ανεπιτηδειότητα κλπ).

Η ιατρική αμέλεια διακρίνεται σε  αστική (αδικοπρακτική) αμέλεια και σε ποινική αμέλεια.

1) Αστική (αδικοπρακτική) αμέλεια  

Α. Νομικό πλαίσιο

1) Η διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 «περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, εάν ο ιατρός ενήργησε από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, της ενέργειάς του μη σύμφωνης με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, θεμελιώνουν την αστική (αδικοπρακτική) ευθύνη του ιατρού προς αποζημίωση (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011).

α) Αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης, ή και οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητάς του, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια (ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).

β) Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες και ειδικότερα, αν ενήργησε όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στην διάθεση του τα ίδια μέσα, που θα είχε ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017).

2) Ως προς ορισμένα ζητήματα, η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται και από τον ν. 2251/1994 για την «προστασία των καταναλωτών», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007, γιατί οι ιατρικές υπηρεσίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 5, που ορίζει ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή».  Κατ εφαρμογή, ο ιατρός προς αποφυγή αμιγώς ιατρογενών σφαλμάτων κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, οφείλει να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι' αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης. Η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό, σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών της ιατρικής πράξεως που πρόκειται να επιχειρήσει, συνιστά δικαίωμα του ασθενή και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού.

3) Παραβίαση του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών. Ο ασθενής όμως, βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 655/2019, (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 693/2020).

Β. Δικαιούχος της αποζημίωσης

Δικαιούχος της αποζημίωσης είναι ο άμεσα υποστάς την ζημία παθών ασθενής και όχι οι γονείς, ή άλλοι άμεσοι συγγενείς (αδελφοί κλπ), γιατί αυτοί είναι τρίτα πρόσωπα, και επομένως ως εμμέσως ζημιούμενοι η ζημία τους δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των άρθρων 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 1359/2018, ΑΠ 239/2015, ΑΠ 553/2014, ΑΠ 659/2009, ΑΠ 693/2020).

Γ. Περιεχόμενο της αποζημίωσης

α) Στην αποζημίωση περιλαμβάνεται, τόσο η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη, ή παράλειψη, περιουσία του ασθενούς, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη αυτός με την στέρηση, συνεπεία της παράνομης πράξης, ή παράλειψης, παροχών τις οποίες, θα αποκόμιζε πιθανότατα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ή, τις ειδικές περιστάσεις, εάν δεν είχε χωρήσει η παράνομη πράξη, η παράλειψη (ΣτΕ 2171/2000).

β) Στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους, δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη, αλλά αρκεί η κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανολόγηση της προσδοκίας του κέρδους. Η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει, είτε εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία προβλέπεται ότι θα ασκούσε στο μέλλον ο ασθενής με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως λόγω της βλάβης του δεν θα μπορέσει να πράξει τούτο, είτε και θετική ζημία, η οποία περιλαμβάνει ορισμένες, συνήθως επαναλαμβανόμενες και διαρκείς δαπάνες, πραγματοποιούμενες για τον περιορισμό, ή την ελάφρυνση των δυσμενών συνεπειών, που θα εξακολουθεί να υφίσταται ο ασθενής (ΑΠ  1074/2002, ΑΠ 1582/2001).

γ) Ο ασθενής μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, αν ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή του βαθμού του πταίσματος του ιατρού, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ  και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, κριθεί ότι επήλθε στον ασθενή ηθική βλάβη, σε περίπτωση δε θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 2819/2005, ΣτΕ 3081/2003, ΑΠ 130/1999, ΑΠ 435/2004). 

δ) Αν διεκδικήσει  αποζημίωση με βάση το άρθρο 931 ΑΚ, πρέπει να εξειδικεύσει σαφώς το είδος και το ύψος της προσβαλλομένης μέλλουσας περιουσιακής ζημίας, ώστε να καταστεί δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, για το εάν πρόκειται, πράγματι, για μελλοντική δαπάνη, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ και, συνεπώς, δύναται να ικανοποιηθεί μόνο με βάση την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.

Δ. Βάρος απόδειξης

Ως προς το βάρος της απόδειξης, ο ζημιωθείς οφείλει να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία που υπέστη και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο ιατρός πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 657/2014, ΑΠ 1067/2015, ΑΠ 1598/17, ΑΠ 1187/2017, ΑΠ 693/2020). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 655/2019). 

2) Ποινική αμέλεια

Αμέλεια φέρει ο ιατρός, αν οι πράξεις, ή οι παραλείψεις του, παραβιάζουν μία ή περισσότερες διατάξεις του ποινικού κώδικα, οι οποίες στην περίπτωση της ιατρικής αμέλειας στοιχειοθετούν κυρίως τα αδικήματα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά περίπτωση.

Από την διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 ΠΚ, για την περίπτωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια ασθενούς, ή του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ, για την περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ασθενούς, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 28 ΠΚ για αμφότερες τις περιπτώσεις, ποινική ευθύνη του ιατρού υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, ή του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξης, ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια, ή παράλειψή του, αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του ιατρού και ανάγεται σε νομική υποχρέωση αυτού από επιτακτικούς νομικούς κανόνες, όπως είναι ο α.ν 1565/1939 «περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» και ο ν. 3418/2005 «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας», σύμφωνα με τους οποίους ο ιατρός φέρει την νομική υποχρέωση να αποτρέψει το αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, ή του θανάτου, που  απορρέει και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής, ή της υγείας, του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Ο ιατρός ενεργεί με αμέλεια, αν από επιπολαιότητα, ή άγνοια των πραγμάτων, που όφειλε να γνωρίζει, ή από απρονοησία, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης, ή σύγχρονες μεθόδους και η σχετική επιπολαιότητα, άγνοια ή απρονοησία, τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση, ή θεραπευτική αγωγή, ή επέμβαση για την αποτροπή προσβολών, ή κινδύνων, κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας, ή της ζωής ασθενούς. Προϋποτίθεται, ότι για την θεμελίωση της αξιόποινης πράξης πρέπει να συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης, ή της παράλειψης, και του επελθόντος αποτελέσματος. Η πράξη, ή η παράλειψη, του ιατρού τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της, ή μαζί με την συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα (ΑΠ 114/2018).

Σημείωση 1

Η σωματική βλάβη, ή ο θάνατος, είναι έγκλημα ουσιαστικό (αποτελέσματος) και μπορεί να τελεστή και με παράλειψη, όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 15 ΠΚ, όταν δηλαδή ο ιατρός δεν προέβη σε ενέργεια, ενώ έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να πράξει και η παράλειψη αυτή αποτελεί αιτιακή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος. Ειδικότερα, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του συγκεκριμένου ασθενούς, ή πρόκλησης θανάτου, απορρέει από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και άλλα νομοθετήματα και από την εγγυητική θέση τούτου απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του συγκεκριμένου ασθενούς, με κριτήριο την εγγύτητα της θέσης του προς την ανάσχεση του αποτελέσματος, που δημιουργείται από προηγηθείσα παρακολούθηση (ΤρΕφΘεσ 3127/2009).

Σημείωση 2

Η ποινική ευθύνη του ιατρού γεννιέται, όταν η συμπεριφορά του δεν είναι σύμφωνη με το αντικειμενικά οφειλόμενο καθήκον επιμελείας, στο μέτρο της προσοχής (περίσκεψης) που όφειλε εκ των περιστάσεων να καταβάλει.  Το μέτρο της οφειλόμενης εκ των περιστάσεων προσοχής του ιατρού είναι η προσοχή εκείνη που καταβάλλει συνήθως ο μέσος ιατρός, όταν βρίσκεται μπροστά στις ίδιες, ή παρόμοιες περιστάσεις, υπό τις οποίες βρέθηκε και ενήργησε ο κρινόμενος ιατρός. Το μέτρο για τον ειδικό ιατρό είναι διαφορετικό από εκείνο για τον μη ειδικό ιατρό (ειδικευόμενο ή γενικό ιατρό).

Σημείωση 3

Η επιμέλεια, που πρέπει να καταβάλλει ο ιατρός, κατά το μέτρο του μέσου ορθά εργαζόμενου ιατρού της ειδικότητας του, προσδιορίζεται και από την συγκεκριμένη ιατρική πράξη, ή συγκεκριμένη θεραπευτική ανάγκη. Οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ακόμη και οι θεμελιώδεις, δεν είναι απόλυτοι, αλλά σχετικοί, διατυπούμενοι με μόνο σκοπό την συστηματοποίηση της γνώσης, για αυτό σαφής και επιτακτική ανακύπτει η αξίωση να εξετάζονται τα δεδομένα της επιστήμης πάντοτε σε σχέση και συνάρτηση με τις κατ` ιδίαν συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.