Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 παρ.1  ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό, ή νοθεύει, έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό, ή νοθευμένο, έγγραφο.

Από τις διατάξεις αυτές καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή, της πλαστογραφίας και της χρήσης πλαστού, ή νοθευμένου, εγγράφου.

α) Για την στοιχειοθέτηση της εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αφ ενός αντικειμενικώς η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με την προσθήκη ή την εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, αφ ετέρου υποκειμενικώς δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού, ή νοθευμένου, εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος, ή έννομης σχέσης, ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

β) Η χρήση του πλαστού, ή νοθευμένου εγγράφου από τον δράστη, ή άλλον, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και του δώσει την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς και να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση, ή να παραπλανηθεί από αυτό, ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο, κατά οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, με άλλο πρόσωπο, που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου.