Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 2, 3 ΠΚ, δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας.

Α. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του, ή άλλον, από άδικη και παρούσα επίθεση, που στρέφεται εναντίον τους. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από τον βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλείται, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις. Άμυνα θεωρείται όχι μόνον η παθητική απλώς υπεράσπιση, αλλά η με αντιπαραβολή κατά του επιτεθέντος ασκούμενη υπεράσπιση (ΑΠ 2167/2018).

Β. Σύμφωνα με το άρθρο 23 ΠΚ, όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ) και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε με αυτόν τον τρόπο, εξ αιτίας του φόβου, ή της ταραχής, που του προκάλεσε η επίθεση.

Γ. Για την παραδοχή της κατάστασης άμυνας απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων

α) επίθεση, δηλαδή, ορισμένη ανθρώπινη ενέργεια, με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό κάποιου προσώπου,

β) η επίθεση, να είναι άδικη, υπό την έννοια ότι η επίθεση αυτή αντιφάσκει αντικειμενικά στο δίκαιο, και

γ) η επίθεση, να είναι παρούσα, δηλαδή, να έχει αρχίσει κίνδυνος του εννόμου αγαθού από επιθετική ενέργεια, και δεν έληξε ακόμα, να επίκειται η έναρξη κινδύνου αυτού, ή να συντρέχει βάσιμη περίπτωση δικαιολογημένου φόβου άμεσης έναρξης της επιθετικής ενέργειας (ΑΠ 2167/2018, ΑΠ 451/2019).

Δ. Υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας υπάρχει

α) όταν κάποιος χρησιμοποιεί επικινδυνότερο μέσο υπεράσπισης, από εκείνο το οποίο ήταν αναγκαίο για την απόκρουση της επίθεσης,

β) όταν γίνει χρήση του μέσου υπεράσπισης εντονότερη του δέοντος,

γ) όταν προς αποτροπή ασήμαντης βλάβης, προσβάλει κάποιος την ζωή, ή επιφέρει σοβαρό τραυματισμό του επιτιθέμενου, υπό την προϋπόθεση ότι ο αμυνόμενος γνωρίζει και έχει στην διάθεση του ολιγότερο επικίνδυνο μέσο άμυνας και μπορεί ακίνδυνα να κάμει χρήση αυτού.

Ε. Το αν η βλάβη, που επήλθε στον επιτιθέμενο από τον αμυνόμενο, υπήρξε νόμιμη, ή έγινε καθ` υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας, είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται με βάση τις ειδικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης, όχι υποκειμενικώς, δηλαδή, όχι με βάση τι ο αμυνόμενος θεώρησε ως αναγκαίο προς απόκρουση της επίθεσης, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή τι κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις της περίπτωσης ήταν πράγματι αναγκαίο.

ΣΤ. Η υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου συνιστά άδικη πράξη και γίνεται, είτε με δόλο, ή από αμέλεια, του αμυνομένου και προϋποθέτει ύπαρξη άδικης και παρούσας επίθεσης, δηλαδή, κατάσταση άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ), για αυτό και δεν συντρέχει περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, σε περίπτωση νομιζόμενης άμυνας, ούτε σε περίπτωση προφάσεως άμυνας (ΑΠ 2167/2018).

Σημείωση 1

Η μόνη περίπτωση να μείνει ατιμώρητος ο δράστης, που υπερέβη τα όρια της άμυνας, είναι, αυτό να έγινε λόγω φόβου, ή ταραχής, στην οποία περιήλθε από την επίθεση.

Σημείωση 2

Το μέτρο της άμυνας θα κριθεί, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 ΠΚ, με βάση το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, το είδος της βλάβης που απειλήθηκε, τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και τις λοιπές περιστάσεις. Δεν απαιτείται να υπάρχει αναλογία μεταξύ απειληθέντος εννόμου αγαθού από τον επιτιθέμενο και τελικά προσβληθέντος από τον αμυνόμενο και η βαρύτερη προσβολή καλύπτεται από την άμυνα, εφ` όσον μία ηπιότερη προσβολή δεν θα περιείχε την εγγύηση ότι η απόκρουση θα ήταν ασφαλής, άμεση και οριστική, ενώ εάν στη διάθεση του αμυνόμενου υπάρχει άλλο μέσο εξίσου πρόσφορο αλλά ηπιότερο, τότε αυτός θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το ηπιότερο μέσο προς απόκρουση της επίθεσης (ΑΠ 2167/2018).